ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2021

Τι είναι και τι θέλει τελικά η Αριστερή Πρωτοβουλία; του Παναγιώτη Καλαβάνου και του Κώστα Μάρκου


Τι είναι και τι θέλει τελικά η Αριστερή Πρωτοβουλία; του Παναγιώτη Καλαβάνου και του  Κώστα Μάρκου

 

Η πρώτη εκδήλωση της Αριστερής Πρωτοβουλίας Διαλόγου και Δράσης, τη Δευτέρα 12 Ιουλίου, στην Αθήνα, είχε απρόσμενη επιτυχία. Πάνω από 400 άνθρωποι παρακολούθησαν με αμείωτο ενδιαφέρον τις εισηγήσεις και τις παρεμβάσεις. Η μαγνητοσκόπηση της εκδήλωσης διέδωσε πανελλαδικά το εγχείρημα, απασχολεί τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες όλης σχεδόν της Αριστεράς, αλλά και σημαντική μερίδα του αστικού Τύπου, όπου προβλήθηκε με εντυπωσιακά ομολογουμένως δημοσιεύματα.

 

Η σημασία του διαλόγου μέσα στη μαχόμενη Αριστερά

 

Η Αριστερή Πρωτοβουλία είναι ένα εγχείρημα που στοχεύει στην ανάπτυξη του διαλόγου και στην κοινή δράση του αριστερού κόσμου και διαφορετικών συλλογικοτήτων της Αριστεράς, με σκοπό να ανατάξουμε την δραματική υποχώρηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

 

Ο διάλογος αποτελεί σήμερα μια από τις πιο απαραίτητες προϋποθέσεις για τη θεωρητική και πολιτική συμπύκνωση των συμπερασμάτων από τις ήττες αλλά και τις πολύτιμες παρακαταθήκες της περασμένης δεκαετίας όπως και του προηγούμενου αιώνα. Όχι για ιστορικούς λόγους, μόνο. Αλλά για να νικήσουμε στις μελλοντικές μάχες ή να τις δώσουμε με καλύτερους όρους.

 

Όσο πολύτιμος και αναγκαίος είναι ο διάλογος, τόσο δυσκολότερος είναι στην περίοδο που διανύουμε.

Γιατί περιφρουρείται από τα συρματοπλέγματα του διαδικτύου. Γιατί περιορίζεται στις κλειστές πολιτικές και κοινωνικές φούσκες που έχουν δημιουργηθεί. Γιατί συχνά το επίπεδο συζήτησης υποβαθμίζεται συνειδητά, όπως αποδεικνύεται από ορισμένες φανερά αμήχανες και κακόβουλες συνάμα, ανακοινώσεις με αφορμή την αναγγελία της.

 

Η Αριστερή Πρωτοβουλία μπορεί να συμβάλει στο να σπάσουν οι πολιτικές φούσκες στην Αριστερά, να αναπτυχθεί η συντροφικότητα, να ζωηρέψει η συζήτηση και να ανέβει το επίπεδό της, να αποκτήσει βάθος, αιχμηρότητα και δημιουργικό πάθος. Διάλογος δεν σημαίνει «χυλός», απουσία οριοθετήσεων. Και το σχέδιο διακήρυξης θέτει όρια. Δεν σημαίνει απουσία αντιπαράθεσης. Το αντίθετο. Σημαίνει αντιπαράθεση με αρχές. Έτσι θα μετατραπεί η θεωρία από αποστεωμένα δόγματα σε ζώσα μαχητική πράξη, χρήσιμη για το εργατικό, λαϊκό, νεανικό, περιβαλλοντικό και γυναικείο κίνημα.

 

Η σημασία της κοινής δράσης για το μαζικό κίνημα

 

Διάλογος δεν σημαίνει αδράνεια. Στην πράξη θα κριθεί η Αριστερή Πρωτοβουλία, πρωτίστως στο μαζικό κίνημα και στους αγώνες, όπως αναφέρει το σχέδιο ιδρυτικής διακήρυξης.

 

Γιατί δεν μπορεί να συμβιβαστούμε με το 1,8% των συνδικαλισμένων στον ιδιωτικό τομέα, με τη σχεδόν ανυπαρξία αγωνιστικών συνδικάτων στις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις και τους 300 επιχειρηματικούς ομίλους που συγκεντρώνουν περίπου το 50% της μισθωτής εργασίας. Για αυτό χρειάζεται συγκέντρωση εργατικών δυνάμεων πάνω σε μια επεξεργασία πολιτικών θέσεων για τη σύγχρονη εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα. Έτσι ώστε να δημιουργήσουμε ένα ενωτικό ρεύμα ταξικών και αγωνιστικών συνδικάτων που θα υπερβεί τον καθηλωτικό ρόλο της γραφειοκρατίας στη ΓΣΕΕ, αλλά και σε ΑΔΕΔΥ και ομοσπονδίες. Που θα αναμετρηθεί και θα ανατρέψει στην πράξη το νόμο Χατζηδάκη. 

 

Με την κοινή αριστερή δράση μπορούμε να αντισταθούμε στην ταξική και   ανορθολογική πολιτική της κυβέρνησης και του συστήματος απέναντι στην πανδημία και την επέλαση της ιδιωτικής υγείας σε βάρος της δημόσιας.

 

Μπορούμε να ενώσουμε δυνάμεις στο κίνημα για τα δημοκρατικά δικαιώματα, την καταστροφή του περιβάλλοντος, το διωγμό των γυναικών και τις έμφυλες διακρίσεις.

 

Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να αντιστρέψουμε την αποκαρδιωτική πολυδιάσπαση της φοιτητικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, που φτάνει μέχρι εκφυλιστικά περιστατικά ενδοκινηματικής βίας.

 

Να αντιστρέψουμε την υποχώρηση του αντιπολεμικού, αντι-νατοϊκού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος σε μια εποχή όπου η ειρήνη και η φιλία των λαών, ειδικά Ελλάδας και Τουρκίας, κινδυνεύει περισσότερο από ποτέ.

 

Να αντιστρέψουμε, επίσης, την υποχώρηση του αντι-ΕΕ κινήματος, σε μια περίοδο όπου, όπως αναφέρει το σχέδιο διακήρυξης, όλες οι εμπειρίες δείχνουν ότι απαιτείται ένας δρόμος μαζικής πάλης για την απειθαρχία, ρήξη και έξοδο από το ευρώ, την ΕΕ και το χρέος. Σε κοινή πάλη με τους άλλους λαούς και όχι σε απομόνωση. Συνομιλώντας και πείθοντας αριστερά ρεύματα που δεν έχουν ακόμη πειστεί ότι ΕΕ και λαϊκά συμφέροντας είναι ασυμβίβαστα.

 

Πάνω από όλα, το κύριο είναι ότι οι αντιφατικοί αλλά αναπτυσσόμενοι σημερινοί και αυριανοί αγώνες των συνδικάτων, της νεολαίας και των άλλων κινημάτων, χρειάζονται ένα πολιτικό κέντρο για να συντονιστούν, να αποκτήσουν συνοχή και συνέχεια.

 

Αν η Αριστερή Πρωτοβουλία συμβάλει έστω και στο παραμικρό στην αντιστροφή αυτής της κατάστασης στο μαζικό κίνημα, θα έχει μια ιστορικά πολύτιμη συμβολή.

Αυτοί είναι οι σκοποί της. Για αυτό δημιουργήθηκε.

 

 

Τι σημαίνει «κοινή δράση στο κίνημα»;

 

Το ΚΚΕ, το ΝΑΡ και ορισμένες άλλες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς, υποστηρίζουν στα λόγια την κοινή δράση στο μαζικό κίνημα αλλά αφαιρούν στην πράξη τις πολιτικές προϋποθέσεις για να επιτευχθεί. Ικανοποιούνται με μια αποσπασματική συνεννόηση χωρίς συνέχεια.

Έτσι, παρότι επιδιώκουν το αντίθετο, τελικά συμβάλουν στο να συντηρείται η αποκαρδιωτική κατάσταση στα συνδικάτα και στο μαζικό κίνημα. Συμβάλουν δηλαδή ακούσια σε αυτό που θέλει η κυβέρνηση, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ: κίνημα χωρίς σαφείς, ενωτικούς, διεκδικητικούς στόχους, χωρίς συνέχεια και αρχές. Δηλαδή, συμβάλουν σε απουσία πραγματικού μαζικού και επικίνδυνου μαζικού κινήματος.

Στην πράξη, οδηγούμαστε όλοι σε κομματικές διαδηλώσεις μεταμφιεσμένες σε ένα δήθεν μαζικό κίνημα, που διαχωρίζεται ή ενώνεται σε τόπους συγκεντρώσεων. Στο τέλος, βασιλεύει η «πουλημένη» ΓΣΕΕ και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που βοηθούν την κυβέρνηση στο έργο της και τον ΣΥΡΙΖΑ να καμώνεται τον «κινηματικό».

 

Χρειάζεται η οργανωμένη, συνεχής και σχεδιασμένη κοινή δράση της μαχόμενης Αριστεράς για να μετατραπεί το εργατικό και λαϊκό κίνημα σε μαζικό και πραγματικά επικίνδυνο κίνημα. Και αυτό απαιτεί πολιτικές συμφωνίες. Αν αρνείσαι αυτή την αναγκαιότητα στο όνομα της «συνάντησης στο δρόμο», στην πράξη, δεν συναντιέσαι ούτε στο δρόμο.

 

Η Αριστερή Πρωτοβουλία είναι μια πολιτική συνεργασία για την οργάνωση της συνεχούς και αποτελεσματικής κοινής δράσης στο μαζικό κίνημα. Ο χαρακτήρας αυτός είναι ανοιχτά διακηρυγμένος. Δεν κρύβεται κάτω από κανέναν «μανδύα», όπως της καταλογίζει το ΝΑΡ με ανακοίνωσή του.

 

Εάν το ΝΑΡ και οι άλλες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πραγματικά επεδίωκαν πολιτικές συνεργασίες, μένει να εξηγηθεί η άρνησή τους σε όλες τις μέχρι τώρα αντίστοιχες προτάσεις, που έχουν γίνει από τον Απρίλη του 2020. Όπως και η άρνηση για τα ενωτικά δίκτυα στο δημοκρατικό ή στο μέτωπο της υγείας. Στο δημοκρατικό μέτωπο, μάλιστα, το ΝΑΡ προχώρησε στη δημιουργία άλλης κίνησης.

 

Μέχρι τον Σεπτέμβρη, όπου θα γίνει η πρώτη ανοιχτή συνέλευση της Πρωτοβουλίας, η οποία θα καταλήξει τη διακήρυξη και τις αρχές λειτουργίας, υπάρχει επαρκής χρόνος. Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, η πρόσκληση παραμένει, το εγχείρημα είναι ανοιχτό και για μετά, όπως ειπώθηκε ρητά στο κλείσιμο της εκδήλωσης από τους διοργανωτές.

 

Εκλογική συνεργασία ή μέτωπο κορυφών;

 

Η Αριστερή Πρωτοβουλία είναι ένα πολιτικό εγχείρημα με το βάρος στα κοινωνικά χαρακτηριστικά του μαζικού αγώνα. Δεν είναι μια βιαστική εκλογική συγκόλληση κορυφών, όπως ρητά αναφέρει το σχέδιο διακήρυξης. Είναι φανερό ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν προϋποθέσεις μιας σοβαρής εκλογικής παρέμβασης. Απαιτούνται όροι που πρέπει να εκπληρωθούν και χρειάζεται συγκεκριμένη και ψύχραιμη εκτίμηση για ένα τέτοιο βήμα όταν τεθεί το ζήτημα. Οι εισηγητικές ομιλίες στην εκδήλωση και οι παρεμβάσεις δείχνουν ότι όλα τα ρεύματα του εγχειρήματος έχουν συνείδηση για αυτό.

 

Η Αριστερή Πρωτοβουλία επιδιώκει να συμβάλει στην κατεύθυνση επανίδρυσης  της Αριστεράς. Δεν είναι η ίδια, αλλά αποτελεί συμβολή προς ένα προγραμματικό πολιτικό μέτωπο ή συμμαχία της ριζοσπαστικής και ασυμβίβαστης Αριστεράς.

 

Όμως, γνωρίζουμε όλοι ότι ένα τέτοιο μέτωπο απαιτεί σαφείς πολιτικές θέσεις. Η δημιουργική ασάφεια του ΣΥΡΙΖΑ και με άλλο τρόπο, της ΛΑΕ, οδήγησαν στη γνωστή «κόλαση» παρά τις αγνές προθέσεις τους. Οι αμφισημίες στο πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και με άλλο τρόπο του ΚΚΕ, οδήγησαν στη γνωστή περιχαράκωση. Για αυτό δεν υπάρχει κανένας λόγος και κανένας δρόμος για τη δημιουργία ενός «ΣΥΡΙΖΑ νούμερο δυο», μιας ΛΑΕ, μιας ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή ενός ΚΚΕ «νούμερο δυο». Αυτό άλλωστε υπαγορεύουν και οι νέες συνθήκες που απαιτούν νέες υπερβάσεις.

 

Οι προγραμματικές διαφορές μεταξύ των ρευμάτων που συναποτελούν την Αριστερή Πρωτοβουλία είναι ακόμη μεγάλες. Όμως δεν είναι αγεφύρωτες. Μέσα από το διάλογο και κυρίως, μέσα από την κοινή πάλη, οι διαφορές αυτές μπορούν να γεφυρωθούν στην αναγκαία κατεύθυνση. Το σχέδιο ιδρυτικής διακήρυξης είναι μια μη επαρκής ακόμη, αλλά αναγκαία πρώτη βάση για αυτή την προοπτική, όπου πρέπει να ανοίξει και προς ή να συναντηθεί και με άλλες δυνάμεις, που τώρα δεν είναι ακόμα έτοιμες.

 

Το «ενδιαφέρον» του φιλοκυβερνητικού Τύπου;

 

Αν για τους αριστερούς αγωνιστές και αγωνίστριες ήταν δικαιολογημένο το ενδιαφέρον για την Αριστερή Πρωτοβουλία, εγείρονται πολλά ερωτηματικά για το «ενδιαφέρον» φιλοκυβερνητικών εφημερίδων και σάιτς όπως από Τα Νέα και το in.gr του Μαρινάκη, Το Ποντίκι, το Πρώτο Θέμα και την iefimerida.gr.

 

Αυτά τα μέσα, κινήθηκαν σχεδόν ενιαία, σαν να «πήραν γραμμή» από κάποιο κέντρο και εμφάνισαν στους τίτλους το πρωτοεμφανιζόμενο εγχείρημα ως «κόμμα», η πολιτικό «σχήμα» που «ιδρύουν», όπως γράφουν, «πρώην στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ», «πρώην βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ» και σε κάθε περίπτωση, «γνωστά ιστορικά στελέχη» της Αριστεράς, για να κατέβουν στις εκλογές.

 

Πως εξηγείται λοιπόν αυτή η φανταχτερή διαφήμιση και ταυτόχρονα, η διαστρέβλωση των στόχων της Αριστερής Πρωτοβουλίας;

 

Η πρώτη αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι ανησυχούν μήπως γεννηθεί κάτι μαζικό και ριζοσπαστικό μέσα από τα λιμνάζοντα νερά της Αριστεράς.

 

Όχι μόνον οι διορατικοί αριστεροί, αλλά και πιο έξυπνοι αστοί καταλαβαίνουν ότι έχουμε μπει σε μια εποχή κοινωνικών αναστατώσεων, πολλαπλών κρίσεων, ικανής για το χειρότερο και το καλύτερο, για το μαύρο και το κόκκινο. Σε μια εποχή αναπτυσσόμενης, οξύτατης και αγεφύρωτης κοινωνικής πόλωσης, που αναζητά ριζοσπαστικές διεξόδους και όπου τα «κοινωνικά συμβόλαια» είναι απλά για λαϊκή κατανάλωση.

 

Έτσι, φοβούνται, είναι διαρκώς σε επαγρύπνηση, παρατηρούν τι συμβαίνει σε μια Αριστερά που είναι ματωμένη αλλά παραμένει ανήσυχη, κινητική και δύσπιστη, όπως ακριβώς και η εργατική τάξη, ο κόσμος της μισθωτής εργασίας και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

 

Και παρεμβαίνουν επίσης. Επιχειρούν να μας «σπρώξουν» στο γνωστό παιχνίδι, «φίλος, ο εχθρός του εχθρού μου». Έτσι, μας καλούν στο αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπό τους, για να κατακτήσει η Νέα Δημοκρατία το πολύτιμο κύπελλο της κυβέρνησης, με την υπόσχεση να μας βοηθήσουν να ξεπεράσουμε το όριο του 3%. Φυσικά, με κάποιο λογικό αντίτιμο, διότι έτσι συμβαίνει πάντα στην αγορά, στην προκειμένη, των κοινοβουλευτικών εδρών.

 

Δεν είναι άγνωστο το παιγνίδι. Παίχτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ. συμμάχησαν με τον Μητσοτάκη για να χτυπήσουν τον «κοινό εχθρό» τους, το ΠΑΣΟΚ. Παίζεται και τώρα, με γνωστά πρώην στελέχη της ΛΑΕ που επιδιώκουν ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ «αντιτουρκικό – πατριωτικό μέτωπο».

 

Μπορεί ο φιλο-ΣΥΡΙΖΑ Τύπος να στάθηκε αμήχανος αρχικά, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε τις αντίστοιχες δικές του προσφορές για να πάρουμε κάποια θέση στο «αντιδεξιό μέτωπό» του, στα ψηφοδέλτιά του ή σε κάποια προβολή για ένα κάποιο καλό ποσοστό, επίσης με ένα λογικό αντίτιμο στην κυβέρνησή του. Και αυτό το παιγνίδι παίχτηκε το 2012-15, με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στα τέλη του ’70 – αρχές του ’80, με το ΠΑΣΟΚ. Παίζεται και τώρα. Η διαφορά είναι ότι πριν έξι χρόνια το κάλεσμα είχε το κίνητρο της ελπίδας για την «αριστερή κυβέρνηση», ενώ τώρα έχει το κίνητρο της απελπισίας από τη δεξιά κυβέρνηση. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι η απελπισία δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος για έξυπνες πολιτικές κινήσεις.

 

Σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα ήταν θλιβερά. Και ο κόσμος της Αριστερής Πρωτοβουλίας και όλης της μαχόμενης Αριστεράς το ξέρει καλά. Δεν θα μπει και δεν μπαίνει σε κανένα εγχείρημα που μυρίζει ναφθαλίνη, που υπόσχεται εξαγορασμένες κοινοβουλευτικές έδρες. Θέλει να είναι πολιτικά ανεξάρτητος και αν είναι να μπει στη Βουλή, θέλει να το κάνει με το σπαθί του και όχι με ξένες πλάτες. Για αυτό απαιτεί μια Αριστερά της πολιτικής ανεξαρτησίας από όλες τις πτέρυγες της αστικής πολιτικής.

 

Άλλωστε η Αριστερή Πρωτοβουλία, όπως και η μαχόμενη αριστερά, δεν έχει ανάγκη από προσωπικές προβολές και αρχηγούς. Στηρίζεται στην ισότιμη συμμετοχή ανένταχτων και οργανωμένων δυνάμεων και στις συλλογικές δημοκρατικές διαδικασίες. Κάτι στο οποίο βέβαια, θα δοκιμαστούμε όλοι και όλες.

 

«Κομματικό καταφύγιο» ή « κόμμα » με μετωπική πολιτική;

 

Μπροστά στις παλιές αποτυχίες, τις δυσκολίες και τους υπαρκτούς μελλοντικούς κινδύνους των μετώπων και των συμμαχιών, μια σειρά οργανωμένες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς αποφεύγουν τις πολιτικές συμφωνίες κάθε είδους. Και επιλέγουν την ασφάλεια στο «κομματικό καταφύγιο».

Είναι μια πρακτική που, κατά τη γνώμη μας, δείχνει έλλειψη αυτοπεποίθησης, και επεξεργασμένης σύγχρονης μετωπικής πολιτικής. Που να στηρίζεται στη γνώση των αλλαγών που έχουν συντελεστεί στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Στη μελέτη και γνώση της συγκεκριμένης διάταξης των πολιτικών δυνάμεων εκτός, αλλά και εντός της μαχόμενης Αριστεράς.

 

Για την επαναστατική κομμουνιστική κατεύθυνση, κάθε μετωπική πολιτική έχει ως προϋποθέσεις, πρώτο, μια τακτική συμφωνία με ταλαντευόμενους συμμάχους, δεύτερο, την ανοιχτή δημοκρατική διαπάλη για την ηγεμονία μπροστά στους αγωνιστές και αγωνίστριες της Αριστεράς και τρίτο, το μέλημα για την ενότητα και επιτυχία του εγχειρήματος. Με όλα αυτά να συνιστούν πάντα ζητούμενα και όχι δεδομένα.

 

Στο χώρο της Αριστερής Πρωτοβουλίας δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποια κυρίαρχη πολιτική δύναμη που να ηγεμονεύει εκ των προτέρων. Οι συντριπτικές ήττες έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους. Φαίνεται ότι αυτό αποτελεί συλλογική συνείδηση του εγχειρήματος και είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο.

 

Το παραπάνω ενέχει δυνατότητες αλλά και κινδύνους. Η έλλειψη μιας δημοκρατικής πολιτικής ηγεμονίας βοηθά αρχικά, αλλά προοπτικά αδυνατίζει τη συνοχή.

 

Από αυτή τη σκοπιά, η προώθηση της συσπείρωσης των δυνάμεων μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής θα βοηθήσει το εγχείρημα, αλλά και το αντίστροφο: Η συμμετοχή σε αυτό ανεβάζει τις απαιτήσεις, απαιτεί καινοτόμες θεωρητικές και πολιτικές επεξεργασίες. Το «εν δυνάμει» νέο κομμουνιστικό πρόγραμμα, κόμμα και κίνημα, κρίνεται και αναπτύσσεται στο βαθμό που βοηθά στην ενότητα και όχι στη διάσπαση, που πείθει και δεν καταναγκάζει, που συμβάλει στην ισοτιμία και τη συλλογική λειτουργία και δεν την ποδηγετεί.

 

Όσες δυνάμεις επιλέγουν να συμβάλουν και να συμμετέχουν σταθερά σε μετωπικές διαδικασίες που δεν είναι υποταγμένες στην αστική πολιτική, όπως διακηρύττει η Αριστερή Πρωτοβουλία, δεν σημαίνει ότι θα παίξουν έναν πρωτοπόρο ρόλο στην Αριστερά και το μαζικό κίνημα, αλλά σίγουρα έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν. Όσα ρεύματα μένουν έξω από τις μετωπικές διαδικασίες, κλεισμένοι στο «κομματικό καταφύγιο», δεν πρόκειται να το πετύχουν ποτέ.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου