ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

Νομικές και πολιτικές παράμετροι της Σύμβασης της Κύπρου: Εκτροπή από το ζήτημα της απελευθέρωσης των Ελλήνων της Κύπρου





FILE PHOTO. Στιγμιότυπο από τη Διάσκεψη για το Κυπριακό στο Κραν Μοντάνα. ΚΥΠΕ/ Κάτια Χριστοδούλου

Της Αθανασίας  Φωτιάδη                                                                                    

Το συνέδριο του Βερολίνου συγκαλείται το 1878  (διήρκεσε από 13-Ιουνίου έως 13 Ιουλίου) προκειμένου να αποφευχθεί μια πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της Μ. Βρετανίας και Ρωσίας, κατόπιν της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου που ακολούθησε  την  ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την Ρωσία (βλ. Ρωσο – τουρκικός πόλεμος 1877-1878). Κατά την διάρκεια του Συνεδρίου αποκαλύφθηκε η μυστική συμφωνία για την Κύπρο, μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  που άφησε εμβρόντητους τους λοιπούς συνέδρους.   

Την εγκαθίδρυση της αποικιοκρατίας από τους Άγγλους στην Κύπρο σηματοδοτεί η σύμβαση της 4ης  – Ιουνίου — 1878, ονομαζόμενη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της Μ. Βρετανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εν κρυπτώ και σήκωσε θύελλα αντιδράσεων παγκοσμίως, δεχόμενη πυρά ακόμη και από την αντιπολίτευσή της η Βρετανική κυβέρνηση, ειδικά ο Άγγλος πολιτικός Ο. Γλάδστων την χαρακτήρισε επαίσχυντη συμφωνία.


Μέσα από τα ιστορικά γεγονότα  εκείνης της εποχής που διαδραματίζονται πριν, κατά την διάρκεια και μετά την σύναψη αυτής της συνθήκης μεταξύ Βρετανών και Οθωμανών, ξεδιπλώνεται μια διαφορετική ανάγνωση της διαδρομής του Κυπριακού ζητήματος σε τρία επίπεδα που αφορούν, τις ηθικές, νομικές και πολιτικές παραμέτρους του.

Αναδεικνύονται από τα άρθρα, τα διατάγματα και το Αυτοκρατορικό φιρμάνι, οι απροκάλυπτοι ή συγκαλυμμένοι αποικιοκρατικοί σχεδιασμοί της Μ. Βρετανίας για την καθολική υποδούλωση της Κύπρου. Κατά την έρευνα της νομικής θεώρησης των όρων της συνθήκης της 4ης – Ιουνίου – 1878, διαπιστώνουμε ότι οι Βρετανοί έθεσαν τα θεμέλια της ισόβιας διακυβέρνησής τους στην Κύπρο.

Σύμφωνα με την ανωτέρω συνθήκη μεταξύ της Μ. Βρετανίας  και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  συνομολογήθηκε, ότι η Μ. Βρετανία παρέχει την ένοπλο βοήθειά της ως σύμμαχος του σουλτάνου εναντίον της Ρωσίας, εφ’ όσον αυτή θα κατείχε το Βατούμ, Αρδαχάν και Καρς ή οποιανδήποτε εξ αυτών και θα επιζητεί στο μέλλον την κατάληψη και άλλων οθωμανικών κτήσεων. Εις αντάλλαγμα της βοήθειας αυτής ο σουλτάνος υποσχέθηκε την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στην διοίκηση της Οθ. Αυτοκρατορίας  που αφορούσαν  την προστασία των Χριστιανών και άλλων υπηκόων της Οθωμανικής επικράτειας.

Τέλος δε, παραχωρεί την Κύπρο όπως αυτή καταληφθεί και διοικηθεί υπό της Μ. Βρετανίας. Κατ’ αναλογία ο όρος της δήθεν προστασίας των χριστιανών και άλλων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που τέθηκε από τους Άγγλους, ακολουθεί την πάγια πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας (1815) η οποία για την τήρηση της νομιμότητας επέμβαινε στρατιωτικά σε τρίτες χώρες για την εγκαθίδρυση της ‘’ειρήνης και της διεθνούς νομιμότητας’’. Απώτερος σκοπός βέβαια της Ιεράς Συμμαχίας όπως εν προκειμένω των Άγγλων, ήταν η διαφύλαξη των συμφερόντων και η εδραίωση των θρόνων τους.

Προκειμένου δε να επιβάλουν την ‘’διεθνή ειρήνη’’ κατέπνιγαν στο αίμα τους εξεγερμένους λαούς που διψούσαν για ελευθερία ασκώντας το δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση (βλ διακήρυξη της Γαλλικής επανάστασης 1789) και προσπαθούσαν να καταστείλουν κάθε επαναστατικό και εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της εποχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Εθνεγερσία του απανταχού Ελληνισμού το 1821 κατά του τούρκικου ζυγού, που καταδικάστηκε στο Συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας στην Βερόνα το 1822.  Αυτή όμως η συνεδρίαση ήταν και η τελευταία, γιατί η Ιερά Συμμαχία διαλύθηκε και  αυτό έδωσε πνοή στα εθνικοαπελευθερωτικά  κινήματα.

Μετά την αποβίβασή τους, τον Ιούλιο του 1878, ένα μήνα μετά την υπογραφή της Σύμβασης στην ελληνική μεγαλόνησο οι Βρετανοί   διαμορφώνουν συστηματικά την αποικιοκρατική τους πολιτική με  οικονομικά κριτήρια – πέραν των γεωστρατιωτικών – Εδώ αξίζει να σημειωθεί   ότι η επεκτατική πολιτική της Ρωσίας επεδίωκε προσάρτηση εδαφών και γι αυτό ήθελε την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως οι Βρετανοί αντιδρούσαν  διότι θίγονταν τα οικονομικά τους συμφέροντα- οι εμπορικοί δρόμοι για Περσία και Ινδίες περνούσαν μέσα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία – (βλ. Ρωσσοτουρκικό πόλεμο 1877-78 και Συνθήκη του Αγ. Στεφάνου).  Εξετάζοντας το απο 1ης Ιουλίου 1878 έγγραφο  που προστέθηκε ως παράρτημα της συνθήκης, θα διαπιστώσουμε από τους εκτεθέντες όρους την  προσήλωση των Άγγλων στο οικονομικό μοντέλο, με σκοπό να απομυζήσουν όλο τον πλούτο και τους οικονομικούς πόρους, προσδίδοντας ιδιαίτερη μέριμνα στο σφετερισμό της ακίνητης περιουσίας του νησιού, στηριζόμενοι στους Οθωμανούς. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους όρους.

1) Το Οθωμανικό ιεροδικείο θα εξακολουθεί να λειτουργεί στην Κύπρο όπως και πριν. Αφορά τα θρησκευτικά ζητήματα του Οθωμανικού πληθυσμού.

2)  Διορίζεται Βρετανός υπεύθυνος δια την διαχείριση της περιουσίας των μουσουλμανικών ιερών ιδρυμάτων (βακουφίων).

3) Η Μ. Βρετανία θα πληρώσει το πλεόνασμα των δημοσίων προσόδων υπέρ τα έξοδα προς την Υψηλήν Πύλην.

4) Η βρετανική κυβέρνηση δύναται να προβαίνει στην αναγκαστική απαλλοτρίωση αντί ευλόγου τιμήματος γαιών απαιτουμένων για δημόσιους σκοπούς.

5) Εάν η Ρωσία αποδώσει ποτέ εις την Τουρκία το Καρς και τα λοιπά υπ’ αυτής καταληφθέντα κατά τον προηγηθέντα πόλεμο (Ρωσο – τουρκικό 1877) στην Αρμενία, η νήσος Κύπρος πρέπει να επιστραφεί εκκενωμένη  από την Αγγλία  και η συνθήκη της 4ης Ιουνίου 1878 θα τερματιστεί. Σημειώνουμε ότι με την συνθήκη Μπρέστ – Λιτόφσκ του 1918 το Καρς και Αρδαχάν επεστράφησαν από την Ρωσία στην Τουρκία αλλά χωρίς συνέπειες για τους Βρετανούς ως προς την Κύπρο δηλ. την επιστροφή της στους Τούρκους.

Τέλος ισχυροποιείται η κυριαρχία της Μ. Βρετανίας και τα οικονομικά της συμφέροντα κατ’ επέκταση, με την από 14η Αυγούστου 1878 συμπληρωματική συμφωνία που σχετίζεται με την ουσιαστική μεταβίβαση της Κύπρου, η οποία παρέχει στους Βρετανούς, το δικαίωμα της συντάξεως νόμων, συνάψεις συμβάσεων προς διακανονισμό των προξενικών και εμπορικών σχέσεων άνευ του ελέγχου της Υψηλής Πύλης. Τοιουτοτρόπως η αρπαγή της Κύπρου εξασφαλίζει την ηγεμονία της Μ. Βρετανίας έναντι της Ρωσίας σε αυτό που γνωρίζουμε ως Ανατολικό Ζήτημα. Είναι μεγάλη η συζήτηση για την αντιμετώπιση της ισορροπίας των δυνάμεων δηλ. ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις να εμποδιστεί η ηγεμονία κάποιου εξ αυτών ή τρίτου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Emer de Vattel 1714-1767 διεθνούς φήμης δικηγόρος συγγραφέας του βιβλίου The Law of Nations δηλ. Το Δίκαιο των Κρατών ‘’χρειάζεται μια σχετική ισότητα που θα μπορούσε να εξισορροπήσει τις δυνάμεις και να παρεμποδίσει την ηγεμονία ενός τρίτου ή την εγκαθίδρυση μιας νέας αγίας Αυτοκρατορίας’’.

Στα ανωτέρω  αναφερόμενα επίσημα έγγραφα πρέπει να προστεθεί και το αυτοκρατορικό φιρμάνι της 1ηςΙουλίου 1878  το οποίο επέβαλε στις αρχές και στους τοπικούς ηγέτες των Οθωμανών να παραδώσουν το νησί, προσέχοντας να μη συμβεί η παραμικρή αντίσταση προς την Μ. Βρετανία. Τονίζεται δε στο έγγραφο ότι η μεταβίβαση γίνεται μόνο υπό τύπο προσωρινό, δηλ. οι Άγγλοι θα είναι εντολοδόχοι της Τουρκίας και δεν θα έχουν ουσιαστική κυριαρχία. Αυτό είναι αναληθές και επιβεβαιώνεται εδώ, το ουδέν μονιμότερον του προσωρινού με δεδομένο ότι οι Άγγλοι μόνο εντολοδόχοι δεν ήταν και η διακυβέρνηση του νησιού ασκήθηκε αποκλειστικά από αυτούς όπως διεξοδικά αναφερθήκαμε ανωτέρω. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία  βαριά λαβωμένη από τον πόλεμο με την Ρωσία (Ρωσο – τουρκικός πόλεμος 1877-1878)  έπεσε στην αγκάλη των Άγγλων γιατί ο διαμελισμός της διακυβεύεται την δεδομένη ιστορική συγκυρία. Αυτό αποτυπώνεται με σαφήνεια στο Αυτοκρατορικό  φιρμάνι με την προτροπή να παραδοθεί χωρίς την παραμικρή αντίσταση από τους Οθωμανούς το νησί. Οι Ρώσοι από την άλλη αντιλαμβάνονται και γίνεται ξεκάθαρο από τους Άγγλους ότι η θυσία της Κύπρου θα τους εξευμενίσει για να ανεχτούν την προσάρτηση της Βεσσαραβίας και άλλων ασιατικών επαρχιών από την Ρωσία γι αυτό τον λόγο δεν υπάρχει ουδεμία αντίδραση από τους Ρώσους για την υποδούλωση του νησιού.

Αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι το καθεστώς της Κύπρου από το 1878 μέχρι το 1914, που προσαρτήθηκε στην Βρετανική αυτοκρατορία, δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς από τους διεθνολόγους και εν γένει από τους νομικούς. Αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν είχε διαμορφωθεί όπως σήμερα που είναι αποτυπωμένο στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και εν γένει το αποικιακό καθεστώς ήταν στην κορύφωσή του παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε η Αμερικάνικη (1774) και η Γαλλική Επανάσταση του 1789 καθώς και αυτές του 1830,1848, που ενέπνευσαν τους λαούς να αγωνιστούν για την ελευθερία τους, ασκώντας το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, δημιουργώντας ένα θετικό πλαίσιο αναφοράς για τα πολιτικά, εθνικά και ανθρώπινα δικαιώματα. Συνάγεται με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι η Μ. Βρετανία δεν ήταν εντολοδόχος της Τουρκίας στην Κύπρο, αλλά βάσει της από 14 – Αυγούστου 1878 συμφωνίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία  και των λοιπών συμπληρωματικών συμφωνιών, είχε δικαίωμα να συνάπτει διεθνείς συμβάσεις χωρίς την σύμφωνη γνώμη της και φυσικά χωρίς κανένα έλεγχο από αυτή. Το αποικιακό καθεστώς εκτός των άλλων αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η Κύπρος από το 1878 μέχρι την προσάρτηση το 1914, διοικείται από το υπουργείο Αποικιών. Σημειωτέον ο πόλεμος του 1914 κατέληξε στην προσάρτηση της Κύπρου από την Μ. Βρετανία, η οποία επικυρώθηκε από την Κεμαλική Τουρκία κατά τη συνθήκη της Λωζάννης το 1923 σύμφωνα με το άρθρο 20. Η συμμαχία των Τούρκων με τους Γερμανούς κατά τον Α’Π.Π. εξόργισε τους Άγγλους και τιμώρησαν με αυτό τον τρόπο της προσαρτήσεως εκδιώκοντας θεωρητικώς τους Οθωμανούς από την Κύπρο σε περίπτωση που δεν δεχθούν την αγγλική υπηκοότητα άρθρο 117 Συνθήκη Σεβρών.

Η μελέτη του Νομικού πλαισίου της Διοίκησης που εφαρμόσθηκε με το από 14 – Σεπτεμβρίου 1878 διάταγμα, το καθεστώς της Κύπρου μπορεί να χαρακτηρισθεί πέρα του αποικιακού του χαρακτήρα ως εξαιρετικά ιδιόμορφο από την άποψη του Διεθνούς Δικαίου.

Σύμφωνα με το ανωτέρω διάταγμα καταρτίσθηκε εκτελεστικό και νομοθετικό σώμα. Το εκτελεστικό σώμα σχηματίσθηκε χωρίς την συμμετοχή των γηγενών ενώ στο νομοθετικό διορίστηκαν  ανεπίσημα μέλη από τον  Ύπατο  Αρμοστή με συμμετοχή τριών Κυπρίων, δύο χριστιανών (ένας Έλληνας , ένας Λεβαντίνος) και ενός Τούρκου.

Στίς 30 – 11 – 1882  τροποποιήθηκε με νέο διάταγμα το Εκτελεστικό Συμβούλιο (Ε. Σ.) που αποτελείται πλέον απο τον Ύπατο  Αρμοστή, τον αρχιγραμματέα, τον δικηγόρο του στέμματος και τον ταμία ως επίσημο μέλος και τριών πρόσθετων μελών (δύο Έλληνες και ένα Οθωμανό). Με το νέο διάταγμα λαμβάνεται πρόνοια περί καταρτισμού μεικτού νομοθετικού Συμβουλίου εκ 18 μελών των οποίων έξι μέλη επίσημα, διοριζόμενα από την κυβέρνηση ,στα οποία όμως πάντοτε έπρεπε να περιλαμβάνονται τα πρόσωπα εκάστοτε κατέχοντα μονίμως ή προσωρινώς το αξίωμα του αρχιγραμματέως  του δικηγόρου του στέμματος του ταμία και δώδεκα αιρετά μέλη. Τα 12 αιρετά μέλη είναι εννέα Έλληνες (εκλεγόμενοι από τους Έλληνες ψηφοφόρους) και τρείς μουσουλμάνοι (εκλεγόμενοι από μουσουλμάνους) σε τρία εκλογικά διαμερίσματα – (Λευκωσίας-Κυρήνειας, Λάρνακας —Αμμοχώστου και Λεμεσού-Πάφου). Η διάρκεια της βουλευτικής περιόδου ήταν πενταετής. Των συνεδριών παρίστανται  ο Υ. Αρμοστής, που είχε το δικαίωμα της νικώσης  ψήφου. Με το συνταγματικό αυτό καθεστώς η Κύπρος παραμένει μέχρι να ανακηρυχθεί δια νέου διατάγματος της 6-2-1925 ‘’αποικία του στέμματος’’ δηλ. συνεχίζεται η υποδούλωση του λαού, με τις εξουσίες να ασκούνται από τον Υ. Αρμοστή, ο οποίος ονομάζεται πλέον ‘’κυβερνήτης’’ της νήσου.

Η εκτελεστική και η  νομοθετική εξουσία, λόγω συνθέσεως του νομοθετικού συμβουλίου ήταν πάντοτε στα χέρια των Άγγλων ενισχυμένη με την σύμπραξη των τριών μελών των Οθωμανών και της νικώσης ψήφου του Μ. Αρμοστού, επί πλέον δια διατάγματος παρείχετο εις το βρετανικό στέμμα το δικαίωμα της ενασκήσεως αρνησικυρίας επί παντός νόμου και ακόμη το δικαίωμα της συντάξεως και επιβολής νόμου δια διαταγμάτων. Η απαρίθμηση των παραπάνω λεπτομερειών καταδεικνύει ότι το καθεστώς που διαμορφώθηκε από του Άγγλους βάσει της Σύμβασης της 4-Ιουνίου-1878 είχε κύρια και μόνιμη νομική εκτροπή τον στραγγαλισμό της ελεύθερης έκφρασης του κυπριακού λαού και την συστηματική καταπάτηση των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων.  Αναδεικνύεται πώς με τις πολιτικές αλχημείες της αρνησικυρίας, το γνωστό βέτο και της νικώσας ψήφου στοχεύουν  στην αλλοίωση της ελληνικής πλειοψηφίας που παρά την υποδούλωση 300 ετών από τους Οθωμανούς διατηρείται στο 80%.  Όλες  αυτές τις νομικίστικες ραδιουργίες  θα τις βρίσκουμε μπροστά μας είτε στο Σύνταγμα του 1960, στα σχέδια ‘’λύσης’’ του ΟΗΕ από τον Ντε Κουεγιάρ μέχρι το σχέδιο Ανάν (το οποίο απορρίφθηκε δια του δημοψηφίσματος της 24ης-Απριλίου 2004 από το 76/% του λαού) τα σχέδια ‘’λύσης’’ τύπου Δ.Δ.Ο. ή στις παράνομες και άκυρες Πενταμερείς Διασκέψεις στη Γενεύη και στα θέρετρά της όπως προσφάτως στο Κρανς Μοντανά. Σκοπός των Άγγλων βάσει των διαχρονικών  μεθοδεύσεών των είναι η κατάλυση της κρατικής υπόστασης της Κ.Δ.  Συμπεραίνουμε εκ των ανωτέρων εκτεθέντων όσο αφορά τις πολιτικές παραμέτρους, ότι η Σύμβαση της Κύπρου εκτρέπει το ζήτημα της απελευθέρωσης των Ελλήνων της Κύπρου από το ως τότε πλαίσιο του αγώνα κατά της καταρρέουσας Oθωμανικής Αυτοκρατορίας στο πλαίσιο ενός αγώνα κατά  μιας πανίσχυρης  αυτοκρατορίας της Βρετανικής

Στη Σύμβαση του 1878  βασίζεται η αγγλική πολιτική στην Κύπρο έως σήμερα.

Απαρίθμηση γεγονότων που αφορούν την άρνηση των Βρετανών στο δικαίωμα του λαού στην αυτοδιάθεση, όπως αυτό θεσμοθετείται και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών  στο άρθρο 1

O αγώνας απελευθέρωσης για τους Κυπρίους είναι διαρκής  Από την εθνεγερσία του 1821 μέχρι τον αντιαποικιακό αγώνα του 1955-59,   αντιστέκονται στους κατακτητές και ζητούν να εφαρμοστεί το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Στο τέλος του Α’Π.Π. ξεσηκώνεται εκ νέου ο λαός ενάντια στην καταπίεση και στα ανελεύθερα μέτρα των Άγγλων. Η συγκέντρωση υπερεξουσιών στα χέρια του κυβερνήτη οδηγεί σε εξέγερση το 1931 που καταστέλλεται βιαίως. Ακολουθεί μία σκληρότατη περίοδος για την Κύπρο γνωστή ως Παλμεροκρατία  πήρε το όνομα από τον Άγγλο κυβερνήτη Πάλμερ ο οποίος στόχευσε μέσω της εκπαίδευσης στον αφελληνισμό και στην διάρρηξη του ενωτικού πνεύματος. Οι απανταχού Έλληνες ξεσηκώνονται και στην Κύπρο αντιστέκονται. Το 1931 είναι στην Ελλάδα πρωθυπουργός ο Ελευθέριος Βενιζέλος ο οποίος, αν και είχε μεταφράσει Θουκυδίδη, πίστευε ότι θα έδιναν οι σύμμαχοι την Κύπρο στην Ελλάδα αμαχητί, γι αυτό περίμενε να βρεθεί ένας κατάλληλος ηγέτης στην Αγγλία με τον οποίο θα έλυνε το κορυφαίο εθνικό μας ζήτημα.

Ο αγώνας υπέρ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης συνεχίζεται μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και με πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙ οργανώνεται στις 16 Ιανουαρίου 1950 και υπό την αιγίδα της Εθναρχίας ένα δημοψήφισμα: το αποτέλεσμα του είναι 95% των ψήφων υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Η Μ. Βρετανία αρνείται πάντα να αναγνωρίσει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.

Στις 16 Αυγούστου 1954 η Ελλάδα προσφεύγει στον ΟΗΕ και ζητά να εφαρμοστεί υπέρ της νήσου Κύπρου το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Η Μ. Βρετανία πάλι αντιδρά.

Η Ελληνική προσφυγή βασίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του Καταστατικού Χάρτη και μνημονεύει τη σταθερή άρνηση της Μ. Βρετανίας να πάρει υπόψη της τη θέληση του πληθυσμού. Διαπιστώνει άλλωστε τον κίνδυνο να << εκτεθούν οι φιλικές σχέσεις >> Ελλάδας και Μ. Βρετανίας και να << ζημιωθεί το γενικό καλό >> της διεθνούς κοινότητας.

Η Βρετανία προβάλλει εκ νέου αντιρρήσεις και αναφέρεται στη     ‘’σταθερότητα των συνόρων‘’ επικαλούμενη τη στρατηγική κατάσταση της νήσου. Ισχυρίζεται τέλος ότι το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση είναι ασυμβίβαστο με την ιδέα της ένωσης με ένα άλλο κράτος. Αυτή η διαρκής άρνηση της Μ. Βρετανίας για την Ένωση επιβάλλεται και αποτυπώνεται στο Σύνταγμα του 1960 στο άρθρο 185.

Τελικά το 1956 ψηφίζεται η εγγραφή του θέματος στην ημερήσια διάταξη της Συνέλευσης του 1957 παράλληλα πλην των ευχολογίων της Γενικής Συνέλευσης να βρεθεί μια ειρηνική, δημοκρατική και ισότιμη λύση, τίθεται το ζήτημα για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διέπραξαν οι βρετανικές αρχές, στο ΝΑΤΟ και στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

Ενώ διαδραματίζονται τα ανωτέρω και ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας παίρνει μεγάλες διαστάσεις και διεθνή αναγνώριση για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των αγωνιστών, όπως τους υμνεί ο Αλμπέρ Καμύ γράφοντας το Ελληνόπουλο, οι Βρετανοί  μηχανεύονται την σύγκληση της διάσκεψης του Λονδίνου, μεταξύ αυτών της Ελλάδας και της Τουρκίας, τοποθετώντας την τελευταία ρυθμιστή του ζητήματος, προς όφελος των ιδίων ανταγωνιστικών επιδιώξεων έναντι του κυπριακού λαού. Με την εισαγωγή του τούρκικου παράγοντα μετατρέπεται σταδιακά από διαφορά μητρόπολης – αποικίας σε ΄Ελληνο – Αγγλο – Τουρκική διαφορά.

Η ένοπλη ηρωική αντίσταση του λαού της Κύπρου από το 1955 επί τέσσερα χρόνια κατά της αποικιοκρατίας δημιουργεί ελπίδες για την αποτίναξη του ζυγού. Όμως στις 11 Φεβρουαρίου 1959 συγκαλείται διάσκεψη μεταξύ των βασικών ενδιαφερομένων στη Ζυρίχη, η οποία λήγει με την επάρατη συμφωνία που ακυρώνει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και δημιουργεί το νέο αποικιακό καθεστώς με την συνθήκη εγκαθίδρυσης του κυπριακού κράτους, την συνθήκη εγγυήσεων και τη συνθήκη συμμαχίας. Οι συνταγματικοί και οι διεθνείς περιορισμοί που επιβλήθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία υποθήκευσαν σε σοβαρό βαθμό την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της.

Σε αυτό το πρωτοφανές αποικιακού χαρακτήρα συνταγματικό καθεστώς της Κύπρου οι εγγενείς αντιφάσεις και ασάφειες θα προκαλέσουν την χρεωκοπία του. Οι συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου (1969) δημιούργησαν ένα κράτος υποκείμενο σε εθνικούς και διεθνείς περιορισμούς, που ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν, εξού και η γενική αντίδραση και τα αιματηρά γεγονότα  μεταξύ Ελλήνων και συνοίκων μουσουλμάνων υποδαυλιζόμενα από τους Άγγλους ξεσπούν το 1963, ακολουθεί ο βομβαρδισμός της νήσου από την Τουρκία το 1964 και αργότερα η εισβολή του Αττίλα το 1974.

Το Σύνταγμα του 1960 που επέβαλαν οι συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου έγινε ερήμην του λαού και χωρίς δικαίωμα αναθεώρησης από αυτόν. Συνεπώς δεν άσκησε τη θεμελιώδη εξουσία του να δημιουργήσει το δικό του σύνταγμα και δεν παρουσιάζεται ως ενιαίος παράγοντας, αλλά χωρίζεται σε δύο ομάδες, της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας και η διαίρεση αυτή τέμνει ολόκληρη την ιεραρχία στην οργάνωση του κράτους. Από άποψη του Διεθνούς Δικαίου αυτό θίγει την θεμελιώδη αρχή της μη επεμβάσεως του άρθρου 2 παράγραφος 7 του Καταστατικού Χάρτη, σύμφωνα με την οποία κατοχυρώνεται ο αυτόνομος χαρακτήρας της εθνικής οντότητας δηλ. της ύπαρξης του κράτους και του έθνους. Η αρχή της μη επεμβάσεως στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κράτους πηγάζει από τις δύο αρχές του Διεθνούς Δικαίου, την αρχή της ισότητας μεταξύ των κρατών και την αρχή της εθνικής κυριαρχίας. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του λαού, αντί να τον οδηγήσει στην ελευθερία  και στην αυτοδιάθεσή του, στην αποδέσμευση από το αποικιακό καθεστώς της Αγγλοκρατίας, τον οδηγεί σε καθεστώς μη ανεξαρτησίας .

Η αντίληψη ότι η Κύπρος είναι ένα απ’ τα κλειδιά της Μ. Ασίας, κατά τον πρωθυπουργό Benjamin Disraeli, την καθιστά πολύτιμη για τους Άγγλους οι οποίοι ουσιαστικά την άρπαξαν το 1878 στα κρυφά, με την υπογραφή και του ιδίου, και συνεχίζουν την ίδια αποικιοκρατική πολιτική μέχρι να επιτύχουν με την πολιτική ισότητα του 50%, αφ’ ενός την κατάργηση της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας, πυρήνα της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και αφ’ ετέρου την κατάλυση της Κ.Δ. που την θέση της θα πάρουν δύο ισότιμα κράτη Τουρκικό – Ελληνικό και το υπερκείμενο (κράτος συντονιστής). Αυτό το υπερκείμενο κράτος ορέγονται οι Άγγλοι να κατέχουν και να ασκούν αυτοί αποκλειστική κυριαρχία όπως τον παλιό καλό καιρό. Όλα τα σχέδια κατάλυσης της Κ.Δ. εκπορεύονται από αυτούς σε αγαστή συνεργασία με τους Τούρκους κατακτητές αδιακρίτως Κεμαλιστών και Νεοθωμανών και σε αυτή την λυσσώδη προσπάθεια η Ιερά Συμμαχία αναβιώνει μέσα στους κόλπους του ΟΗΕ με ειδικούς απεσταλμένους του τύπου Άιντε αλλά και από όσα εξαγγέλλει  το πλαίσιο που συντάχθηκε στο Κράνς  Μοντανά  από τον Γ.Γ. Αντόνιο Γκουτέρες και με τις ευχές του σε Βορείους και Νοτίους.

Εξ όσων εκτέθηκαν ανωτέρω ως ηθικές, νομικές και πολιτικές παράμετροι για την επαίσχυντη σύμβαση της Κύπρου το 1878, συνάγεται ότι αυτή αποτελεί  τον ακρογωνιαίο λίθο της αποικιακής πολιτικής των Άγγλων μέχρι σήμερα ,σε αυτή βρίσκεται η ρίζα των προβλημάτων και των συμφορών του λαού. Αυτή εμποδίζει την απελευθέρωσή του και το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Καταστατικού Χάρτη. Επιβάλλεται και είναι εφικτό να αποδεσμευτεί η Κύπρος από αυτή την αποικιοκρατική πολιτική, ειδικά σήμερα που η Μ. Βρετανία  αποχωρεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο αγώνας του απανταχού Ελληνισμού στοχεύει: σε μια ελεύθερη Κύπρο απαλλαγμένη από τον τούρκικο στρατό κατοχής και των εποίκων, καθώς και απ’ όλα τα ξένα στρατεύματα, στην επιστροφή όλων των εκτοπισμένων στις πατρογονικές εστίες τους, στην πλήρη αποκατάσταση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, στην αναθεώρηση του αναχρονιστικού αποικιακού συντάγματος, βασισμένη στις γενικές αρχές δικαίου του καταστατικού χάρτη και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Εφαρμογή των Γενικών Αρχών Δικαίου του Καταστατικού Χάρτη και της Ε.Σ.Δ.Α. στην Κυπριακή Δημοκρατία, που σημαίνει απαγόρευση της κατάλυσης του κράτους και ισχυροποίηση της αποτρεπτικής του δύναμης βασιζόμενο στον δικό του στρατό, την Εθνική Φρουρά.

Τονίζω αυτό το γεγονός διότι η διαχρονική έλλειψη εθνικής στρατηγικής εκ μέρους της ελληνικής πλευράς οδηγεί στην απαξία της άμυνας, κατ’ επέκταση αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας που αποτελεί κορυφαία θεμελιώδη αρχή του Καταστατικού Χάρτη με ότι αυτό συνεπάγεται και για τις νόμιμες συνέπειες σε περίπτωση της παραβίασής της.

Κλείνοντας, η σκέψη μας και το όραμα μας είναι στραμμένο στους ηρωικούς αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. και του Εθνικο – απελευθερωτικού αγώνα που έμεινε ανεκπλήρωτος και μας καλεί πάντα ο ύμνος του αποχαιρετισμού του Ρίτσου προς τον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον Σταυραετό του Μαχαιρά.

«Αν λυπάμαι για κάτι είναι που δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτα για σας (όχι φήμη, ή σαν ιδέα, ή σα θρύλος, μα με τούτα τα ίδια μου τα χέρια), έτσι να πούμε, να, να ρίξω κι εγώ μια ντουφεκιά στον αέρα στην γιορτή της απελευθέρωσης.»

·         Νομικός

Βιβλιογραφία:

Νομικά κείμενα Δρ. Χρίστου Κληρίδη και Κων/νου Αιμιλιανίδη νομικού πρώην προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας.

Φιλοσοφία του Δικαίου G.Fasso —–

The Law of Nations  Emer de Vattel —–

To δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση — Η παραβίαση στην Κύπρο Σπύρος Καλογερόπουλος Στράτης καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Grenoble.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου