ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2020

Το φλέγον δίλημμα της Χάγης

Όλα όσα ζήσαμε στην πολιτική την περασμένη εβδομάδα
Τα ελληνοτουρκικά είναι το θέμα που απασχολεί εντόνως την ελληνική κυβέρνηση το τελευταίο διάστημα και όλα μαρτυρούν ότι στο παρασκήνιο συμβαίνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα βλέπουμε. Έντονη κινητικότητα, όμως, υπάρχει και στο προσκήνιο. Πλήθος δηλώσεων και αναλύσεων τις προηγούμενες μέρες έμοιαζαν να προετοιμάζουν την κοινή γνώμη για το ενδεχόμενο κάποιου επεισοδίου με την Τουρκία, ενώ από το πουθενά (αφού οι αρμόδιοι καμίας πλευράς δεν το θέτουν επισήμως) έχει φουντώσει πάλι η συζήτηση για προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης.
Οι κυβερνήσεις, πριν από σημαντικές αποφάσεις, ειδικά στα εθνικά, φροντίζουν πάντα τα τεστάρουν πρώτα τα όρια της κοινής γνώμης. Ο πιο παραδοσιακός τρόπος είναι με τους λεγόμενους «λαγούς». Αυτός που αναλαμβάνει να παίξει τον ρόλο του «λαγού» προβαίνει συνήθως σε μια οριακή ή και προκλητική για τα έως τότε δεδομένα τοποθέτηση, προκαλεί ένα πρώτο σοκ και μετά τα «μαζεύει», σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, αφού έχουν μετρηθεί και ζυγιστεί οι αντιδράσεις.
Σύμφωνα με τις πρακτικές αυτές που χρησιμοποιούνται ευρέως στην πολιτική, ακόμα και αν οι αντιδράσεις είναι αποθαρρυντικές και το μήνυμα είναι «μην προχωράτε», θεωρείται ότι υπάρχει πάντα κέρδος, αφού ο κόσμος αρχίζει να συνηθίζει τουλάχιστον να ακούει αυτό που μέχρι τότε μπορεί να θεωρούσε ανήκουστο, έτσι ώστε το θέμα να μπορέσει να επανέλθει σε μεταγενέστερο χρόνο.
Στην υπόθεση του λεγόμενου Σκοπιανού, η Συμφωνία των Πρεσπών εμφανίστηκε ξαφνικά, υποστηρίχθηκε μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να επιδιωχθεί διακομματική συναίνεση και με τον ελληνικό λαό να έχει μεσάνυχτα. Σήμερα όλοι αντιλαμβάνονται ότι κάτι τρέχει με τα ελληνοτουρκικά στο παρασκήνιο, αλλά κανείς δεν ενημερώνει επίσημα. Μόνο όσα καταλαβαίνει κανείς ερμηνεύοντας μισόλογα.
Είναι προφανές ότι οι πιέσεις για να δεχτεί η Ελλάδα τη Χάγη έχουν ενταθεί. Οι πιέσεις αυτές υπήρχαν και παλιότερα, αλλά ακόμα και οι λίγοι πολιτικοί που συμφωνούσαν δεν τολμούσαν να προχωρήσουν, ούτε να υποστηρίξουν δημόσια τη θέση αυτή, για να μην κατηγορηθούν και κυρίως για να μην εισπράξουν πολιτικό κόστος.
Ο Ταγίπ Ερντογάν συνεχίζει να προκαλεί και να διεκδικεί. Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να δείχνει ψύχραιμη, ώστε να μην κατηγορηθεί ότι δίνει αφορμές, αλλά ανησυχεί μην περάσει την εικόνα της υποχωρητικότητας, είτε στην τουρκική πλευρά είτε στο εσωτερικό. Τις προηγούμενες μέρες αρκετοί συνομιλητές της κυβέρνησης εμφανίζονταν ανήσυχοι για κάποιο θερμό επεισόδιο, το οποίο χαρακτήριζαν αρκετά πιθανό, επισημαίνοντας ότι κάτι τέτοιο θα είχε συνέπειες για τη χώρα. Πριν από λίγο καιρό φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ προετοίμαζαν το έδαφος για τη Χάγη. Λίγο αργότερα ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς χαρακτήρισε εθνική συνθηκολόγηση ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αρνητικός με την προσφυγή στη Χάγη ήταν και ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος κατηγορήθηκε από τον Κώστα Σημίτη ότι δεν την προώθησε. Υπέρ της Χάγης, όπως ο Κώστας Σημίτης, χωρίς όμως κι αυτή να έχει τολμήσει ποτέ να μιλήσει εντελώς ξεκάθαρα, είναι και η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία πρωταγωνίστησε αυτές τις μέρες και στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο. Σύμφωνα με αρθρογράφο της εφημερίδας «Τα Νέα», σε ανεπίσημη συνομιλία τους η Ντόρα Μπακογιάννη ανέφερε ότι ενδεχόμενη προσφυγή στη Χάγη μπορεί να σημαίνει την απώλεια της ΑΟΖ του Καστελόριζου, ωστόσο θα μπορούσε να κατοχυρώσει δικαιώματα άλλων νησιών, όπως της Ρόδου ή της Λέρου. Τα σχόλια αυτά προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις μέσα στη ΝΔ και όχι μόνο, με βουλευτές, κυρίως του καραμανλικού κλίματος, να ταυτίζουν τις απόψεις αυτές με τις επιθυμίες της τουρκικής πλευράς.


Ωστόσο, το βασικό που στο παρασκήνιο συζητούν όλοι, αλλά δημόσια κανείς, είναι ότι μια προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης (το οποίο κάποιοι πολιτικοί κατηγορούν ότι αποφασίζει και με πολιτικά κριτήρια) πιθανόν να σημαίνει και απώλειες για την Ελλάδα. Πράγμα που φαίνεται να παραδέχεται και η Ντόρα Μπακογιάννη στις ανεπίσημες συνομιλίες της. «Για ποιον λόγο να πάμε στη Χάγη; Η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα από την Τουρκία. Η Τουρκία διεκδικεί από την Ελλάδα. Άρα θα πάμε να συζητήσουμε μαζί της τι απ’ όσα διεκδικεί μπορούμε να της δώσουμε. Για ποιον λόγο να το κάνουμε αυτό;» διερωτώνται όσοι αντιτίθενται στη Χάγη. Είναι προφανές, ωστόσο, ότι οι πιέσεις για να δεχτεί η Ελλάδα τη Χάγη έχουν ενταθεί. Οι πιέσεις αυτές υπήρχαν και παλιότερα, αλλά ακόμα και οι λίγοι πολιτικοί που συμφωνούσαν δεν τολμούσαν να προχωρήσουν, ούτε να υποστηρίξουν δημόσια τη θέση αυτή, για να μην κατηγορηθούν και κυρίως για να μην εισπράξουν πολιτικό κόστος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε μια διένεξη με μια χώρα που θεωρείται πολύ μικρότερη απειλή, είναι ο πρώτος που τόλμησε και είχε σημαντικό κόστος, με τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού απέναντι.
Από πότε το «βρείτε τα μεταξύ σας», όταν απευθύνεται σε αυτόν που δέχεται το μπούλινγκ και στον «νταή» είναι θετικό για τον πρώτο;
Από πότε το «βρείτε τα μεταξύ σας», όταν απευθύνεται σε αυτόν που δέχεται το μπούλινγκ και στον «νταή» είναι θετικό για τον πρώτο;
Τον περασμένο Δεκέμβριο ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου είχε αφήσει να εννοηθεί ότι υπάρχει τέτοια συζήτηση, αλλά όχι ευθέως, μεταξύ των αρχηγών των δύο κρατών, λέγοντας ότι «η επιλογή να προωθηθούν οι διαφορές μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν συζητήθηκε ανοιχτά στη συνάντηση του Προέδρου μας με τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη στο Λονδίνο, καθώς είναι ένα ζήτημα που αφορά μεταγενέστερο στάδιο. Δεν αναγνωρίζουμε αυτόματα την υποχρεωτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η Ελλάδα έχει διατυπώσει επιφύλαξη επί της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις. Ωστόσο, παραμένουμε ανοιχτοί σε όλες τις επιλογές που είναι αποδεκτές για τις δύο πλευρές, αλλά πρέπει να έχουμε μια διαδικασία διαλόγου για να φτάσουμε σε ένα αμοιβαία αποδεκτό αποτέλεσμα».
Η τουρκική πλευρά, διά του Τσαβούσογλου, αφήνει το θέμα ανοιχτό για μεταγενέστερο χρόνο, όπως λέει. Στο μεταξύ, όμως, παραθέτει τα «κανόνια» της απέναντι στην Ελλάδα. Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που λέει (και κάνει) είναι: «ναι, να μιλήσουμε, αλλά αφού πρώτα στήσω τα κανόνια μου, που θα σε σημαδεύουν. Η συμφωνία με τη Λιβύη είναι ένα από αυτά, καθώς είναι προφανές ότι δημιουργεί εντατικά και όπου μπορεί τετελεσμένα».


Σε αυτήν τη φάση είναι σημαντική η υποστήριξη της Γαλλίας, την ώρα που Μέρκελ και Τραμπ, όταν δεν υποστηρίζουν ευθέως τον Ερντογάν, στην καλύτερη περίπτωση νίπτουν τα χείρας τους. Στην τηλεφωνική επικοινωνία για το θέμα της Λιβύης και της Συρίας που είχαν τη Δευτέρα, ο Αμερικανός Πρόεδρος και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συζήτησαν για τις εξελίξεις στη Λιβύη και στη Συρία, μιλώντας, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τύπου του Λευκού Οίκου, για την ανάγκη να σταματήσει κάθε ξένη εμπλοκή αλλά και να διατηρηθεί η κατάπαυση πυρός στη Λιβύη. Όσο κι αν μοιάζει ουδέτερο κάτι τέτοιο, στην πραγματικότητα είναι υπέρ της πλευράς Σάρατζ – Ερντογάν, που θέλουν να σταματήσουν τον στρατηγό Χαφτάρ.
Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου ενημέρωσε επίσης, μέσω Twitter, ότι Τραμπ και Ερντογάν συζήτησαν και για την κατάσταση στην ανατολική Μεσόγειο, με τον Ντόναλντ Τραμπ να αναφέρει την ανάγκη η Ελλάδα και η Τουρκία να λύσουν τις διαφορές τους στην περιοχή. Την αναφορά αυτή η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να την παρουσιάσει ως θετική για την ίδια και κατά του Ερντογάν, κάποιοι μάλιστα ανέφεραν ότι ήταν και αποτέλεσμα της επίσκεψης του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Λευκό Οίκο. Η αναφορά, ωστόσο, που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικά θετική για την Ελλάδα δήλωση Πομπέο πριν από λίγες μέρες, είναι μόνο αυτό που λέει και τίποτε άλλο. Από πότε, άλλωστε, το «βρείτε τα μεταξύ σας», όταν απευθύνεται σε αυτόν που δέχεται το μπούλινγκ και στον «νταή» είναι θετικό για τον πρώτο;
Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση προσπαθεί να τα δώσει όλα στην ανάκαμψη της οικονομίας και σίγουρα ανήκει στις σημαντικές ειδήσεις η έκδοση του 15ετούς ομολόγου με χαμηλό επιτόκιο, όσο κι αν αυτό δεν είναι αρκετό. Θετικές ήταν και οι προβλέψεις του Bloomberg, που ανέφερε ότι η Ελλάδα σύντομα θα επιστρέψει σε κανονική επενδυτική βαθμίδα, φεύγοντας από την κατηγορία «σκουπίδια», στην οποία ανήκε για χρόνια.
Εντελώς κόντρα στο προφίλ που θέλει να χτίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όμως, ήταν η απόφασή του να υποκύψει στο «κόμμα Σαββίδη» και στον δημόσιο εκβιασμό που απηύθυνε ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής και νυν ευρωβουλευτής Θοδωρής Ζαγοράκης, που απείλησε με ανεξαρτητοποίηση από τη ΝΔ αν η κυβέρνηση δεν παρενέβαινε υπέρ της ιδιοκτησίας του ΠΑΟΚ, που ελέγχεται για παραβίαση του νόμου ο οποίος απαγορεύει κάποιος να έχει κι άλλη ομάδα στην κατοχή του. Πιέσεις υπέρ Σαββίδη άσκησαν και ο περιφερειάρχης Απ. Τζιτζικώστας και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Ζέρβας.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας, ενώ δήλωσε ότι ο πρωθυπουργός δεν εκβιάζεται και ανακοίνωσε τη διαγραφή του Θοδωρή Ζαγοράκη (η οποία δεν συνιστά τιμωρία επί της ουσίας, το αντίθετο, γλιτώνει και τις κομματικές εισφορές), ανακοίνωσε ότι «με απόφαση του πρωθυπουργού αναλαμβάνεται άμεσα νομοθετική πρωτοβουλία προκειμένου να μην επιβάλλονται εξοντωτικές κυρώσεις για θέματα όπως αυτά για τα οποία γνωμοδότησε η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού»Απόφαση που σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός, παρά τα όσα είπε, υπέκυψε και παρενέβη τελικά για να μην εφαρμοστεί ο νόμος εναντίον της ομάδας του Σαββίδη. Η δικαιολογία γι’ αυτό ήταν ότι «την ώρα που η χώρα κάνει το άλμα προς τα εμπρός, ξεπερνώντας διχαστικά διλήμματα του παρελθόντος, δεν έχει την πολυτέλεια να διχάζεται με αφορμή το ποδόσφαιρο. Ιδίως σε τόσο κρίσιμες στιγμές για τα εθνικά μας θέματα».
ΠΗΓΗ   ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου