ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Ένα αφήγημα πολεοδομικών προθέσεων, του Γιάννη Σχίζα

  
 «….. δεν είναι  βολή εναντίον ''της ζωής που αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία", αλλά  διατύπωση  ενός πιθανού μέλλοντος»
  

Γιάννης Σχίζας, «Ο κήπος μου,  Αφήγημα Πολεοδομικών Προθέσεων», εικονογράφηση Άννας Φιλίνη, εκδόσεις  Μανδραγόρας Αθήνα 2014, σελ. 64, ISBN 978-960-9476-83-6, τιμή 5 ευρώ. 
                                                                       

O Mάρραιη Μπούχτσιν στα «Όρια της Πόλης» μιλάει για την ιστόρηση  παρελθόντων πολεοδομικών μορφών με στόχο την αναζήτηση «υψηλών κριτηρίων ουρμπανισμού». Μιλάει για την αναζήτηση «παρωχημένων» ποιοτήτων που όμως  θα μπορούσαν να αναβιώσουν  στην τρέχουσα αστική κατάσταση, προς όφελος της κοινωνικής  ευημερίας.  Ουσιαστικά  αναφέρεται σε  μια αναζήτηση στη «χωματερή της ιστορίας»,  που όσο κι αν κάποτε εκτρέπεται σε αυτάρεσκες αναβιώσεις  μπορεί να   παρέχει  την δυνατότητα  μιας κριτικής  αντιπαράθεσης  στοιχείων του τότε και του σήμερα.
    Κάπως ανάλογα το βιβλίο του Γιάννη Σχίζα έχει ως αφετηρία το σχολιασμό  του υβρίδιου πόλης και φύσης, που δέσποζε στις περιαστικές περιοχές του αθηναϊκού λεκανοπεδίου για αρκετά χρόνια, στη μεταπολεμική περίοδο: Ένα  σχολιασμό  που αποφεύγει  ή επιχειρεί να αποφύγει  τους  «συνήθεις»  γεροντοκρατικούς  εξωραϊσμούς  και  την αγιοποίηση των «παλιών καλών καιρών»...
Σε αυτό το εγχείρημα παρουσίασης  των ποιοτήτων της περασμένης ζωής –όπως ήταν το ήπιο ηχοτοπίο,  η αφή του ευκάλυπτου,  οι ανοιχτοί ορίζοντες, η μυρωδιά του φρεσκοσκαμμένου χώματος, ο μεγαλειώδης έναστρος ουρανός,  τα αρώματα, οι ανοιχτές πόρτες κήπων και σπιτιών, η  συνοικιακή αλληλεγγύη  – η σύγκριση με τον   διάδοχο  αστικό ευπρεπεισμό είναι αναπόφευκτη . Κι ακόμη είναι αναπόφευκτο  το ερώτημα   άγνωστου  κειμενογράφου:  «Μήπως περνούσαμε καλύτερα όταν περνούσαμε χειρότερα;»

Η χωρική ,  χρονική και περιβαλλοντική απόσταση,  κατανοείται και αξιοποιείται  μόνο με τη καταβολή ενέργειας. Στη προκειμένη περίπτωση, η ενέργεια που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια κριτική «επιστροφή» στην Αττική των δεκαετιών του ’50 και του ’60, προέρχεται από τη δυναμική της αναζήτησης  στοιχείων «ανακυκλώσιμων». Το πνεύμα υπάρχει, οι περιστάσεις το ευνοούν :  Αυτό που  εκκρεμεί είναι μια πολιτική βούληση με βάθος και φαντασία.

Θα μπορούσε η σημερινή Αθήνα να επανασυνδεθεί με τη φύση, τη γεωργία, την ήπια κυκλοφορία; Θα μπορούσε να αναγνωρίσει και να εγκαθιδρύσει ως ένα βαθμό, μια δομή «μεγάλων οριζόντων» σε ένα αστικό τοπίο κατεξοχήν κλειστό, υπερδομημένο και μίζερο; Θα μπορούσε να «αναβιώσει» ένα πνεύμα  οικειότητας, μια μικρή αστική πατρίδα κατά τα λεγόμενα του  Λε Κορμπυζιέ, με ελευθεριότητα και   χωρίς παραχωρήσεις στον κομφορμισμό των μικρών συλλογικοτήτων; Θα μπορούσαν αυτές οι λύσεις όχι απλώς να μην στοιχίσουν, αλλά να προσδώσουν δυνατότητες, αντοχές και άλλη ποιότητα ζωής στους πολίτες;

Μετά τα βιβλία  «Υμηττός»,  «Αττική», «Τα βουνά του κόσμου», ο συγγραφέας επανέρχεται σε μια επιλεκτική ιστόρηση, με χρησιμοθηρική λογική. Στο στόχαστρό του είναι πάντα η εκτατική αστικοποίηση, που συρρικνώνει και «απαρτιώνει» σημαντικούς χώρους  ζωής –κάνοντας ανέφικτες παλιές και νέες λειτουργίες.

Ως πρόθεση τουλάχιστον, το βιβλίο  δεν είναι  βολή εναντίον «της ζωής που αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία», αλλά  διατύπωση  ενός πιθανού μέλλοντος.