ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

ΑΟΖ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΟ : Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


του Θέμου Στοφορόπουλου

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών περιέχει γενικές αρχές εναντίον
της χρήσης ή απειλής βίας και υπέρ της κυρίαρχης ισότητας όλων των κρατών-
μελών του παγκόσμιου αυτού οργανισμού, της εδαφικής τους ακεραιότητας και
της τήρησης του Διεθνούς Δικαίου. Η Κύπρος είναι μέλος του ΟΗΕ και το
Συμβούλιο Ασφαλείας έχει ζητήσει, ήδη από το 1983-84, με τις αποφάσεις του
541 και 550, την ανάκληση του ψευδοκράτους και της αναγνώρισής του από την
Τουρκία. Αυτή εξακολουθεί να κατέχει στρατιωτικά και να εποικίζει ένα μεγάλο,
βόρειο τμήμα της Κύπρου, απ’όπου έχει διώξει τους Έλληνες. Συνεχίζει δε να
αναγνωρίζει το εκεί ψευδοκράτος, που είναι δημιούργημά της, ενώ δεν
αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, μόνη η Τουρκία από όλες τις χώρες του
κόσμου και από τον ίδιο τον ΟΗΕ. Η Τουρκία έχει συνάψει «σύμβαση» με το
ψευδοκράτος για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των βορείων
κυπριακών ακτών και των έναντι κειμένων μικρασιατικών. Καθ’όσον αφορά τις
ελεύθερες περιοχές, η Τουρκία έχει ορίσει αυθαίρετα ότι η υφαλοκρηπίδα της
φθάνει μέχρι τα δυτικά της Κύπρου και την έχει οριοθετήσει μονομερώς κατά
τρόπο που παραβιάζει εθιμικές διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών
για το Δίκαιο της Θάλασσας. Επιπλέον, η κρατική εταιρεία πετρελαίων της
Τουρκίας (ΤΡΑΟ) έχει υπογράψει συμφωνία με το ψευδοκράτος για την
εκμετάλλευση της κυπριακής υφαλοκρηπίδας ανατολικά και νότια της
μεγαλονήσου. Είναι η περιοχή που παραβιάζει το Μπαρμπαρός, συνοδευόμενο
από πλοία του τουρκικού πολεμικού ναυτικού.

Επί σαράντα ολόκληρα χρόνια, παρέχοντες συγχωροχάρτι στην
Τουρκία και διευκολύνοντας την συμπεριφορά της, η Κύπρος και η Ελλάδα, με
το Συμβούλιο Ασφαλείας φυσικά να τηρεί όμοια στάση, δεν ζητούν την
εφαρμογή των ανωτέρω γενικών αρχών και δεν καταγγέλλουν την Τουρκία ως
διεθνή εγκληματία. (Ούτε ζητούν την κατάργηση των βρετανικών βάσεων.)
Δέχονται, αντιθέτως, την μεταμφίεση των εγκλημάτων της Άγκυρας σε διαφορές
μεταξύ δύο κυπριακών κοινοτήτων και υποστηρίζουν την
διεξαγωγή «διακοινοτικών συνομιλιών» με «καλές υπηρεσίες» του Γενικού
Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στη βάση «διζωνικής-δικοινοτικής
ομοσπονδίας» και «ισότητας» των «συνιστωσών πολιτειών (states)». Έφθασαν,
μάλιστα, η Κύπρος και η Ελλάδα, να διαπραγματευθούν το αγγλο-αμερικανο-
τουρκικό Σχέδιο Ανάν διεξοδικά και να δώσουν λευκή επιταγή στον Γενικό
Γραμματέα του ΟΗΕ για να γεφυρώσει δήθεν αυτός, (δηλαδή οι αγγλο-
αμερικανοί), τις «εναπομείνασες διαφορές», έτσι ώστε τελικά να τεθεί το άθλιο
εκείνο σχέδιο σε ταυτόχρονα και ισοβαρή δημοψηφίσματα στις ελεύθερες
περιοχές και στα κατεχόμενα. Σε αυτά με την παρουσία του «Αττίλα» και με την
συμμετοχή και εποίκων, που εκαλούντο να συμμετάσχουν στην απόφαση περί
του ποιοι και πόσοι από αυτούς θα παρέμεναν στην Κύπρο. Οι Ελληνοκύπριοι
απέρριψαν το σχέδιο μόνον την τελευταία στιγμή και κατηγορήθηκαν που δεν
δέχθηκαν τον δήθεν συμβιβασμό. Στο Σχέδιο Ανάν και στις διαπραγματεύσεις
γι’αυτό, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων είχε περιληφθεί στις
αρμοδιότητες των κεντρικών οργάνων της «ομοσπονδίας» στα οποία θα είχαν
βέτο οι «Τουρκοκύπριοι», δηλαδή οι πλειοψηφούντες έποικοι, ουσιαστικά η
Άγκυρα. Έχει, επίσης, συζητηθεί η νομιμοποίηση των «διεθνών συμβάσεων»
του ψευδοκράτους.
Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, η Κύπρος και η Ελλάδα δεν
άλλαξαν πολιτική και δεν προσπάθησαν να επανατοποθετήσουν το Κυπριακό.
Ξανάρχισαν οι «διακοινοτικές» στο ίδιο πνεύμα, σύμφωνα με το οποίο έγινε
και η κοινή δήλωση Αναστασιάδη-Έρογλου της 11ης
Φεβρουαρίου 2014,
κείμενο που σαφώς προωθούσε την διχοτόμηση σε συνδυασμό με την τουρκική
επικυριαρχία σε ολόκληρη την «ομοσπονδία». Και δέχτηκε η Ελλάδα τις χιαστί
συνομιλίες, δηλαδή παραλλαγή της τετραμερούς που ζητούσε η Τουρκία για να
αναβαθμίσει, ουσιαστικά, το ψευδοκράτος.
Αυτή η συμπεριφορά της ελληνικής πλευράς βοήθησε να υπηρετηθούν
άλλοι σκοποί σε βάρος του κυπριακού λαού, όπως φάνηκε και από τις δηλώσεις
της Γραμματείας του ΟΗΕ και του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για την
επιχείρηση Μπαρμπαρός. Είναι αλήθεια ότι, στα συμπεράσματα της πρόσφατης
(23-24 Οκτωβρίου) συνόδου κορυφής της ΕΕ, περιελήφθη προτροπή προς
την Τουρκία να σέβεται την κυριαρχία της Κύπρου στα χωρικά της ύδατα
και τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην ΑΟΖ της, καθώς και υπενθύμιση ότι
αναγκαία συνιστώσα της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας στην ΕΕ είναι
να αναγνωρίσει η Άγκυρα όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, δηλαδή και την Κύπρο.
Οι δηλώσεις αυτές, που έγιναν μετά από μεγάλη πίεση της Ελλάδας και παρά
τις αντιρρήσεις της Βρετανίας, πράγμα που έχει σημασία, δεν θα έχουν κανένα
πρακτικό αποτέλεσμα. Διότι η Τουρκία έχει δηλώσει και δείξει ότι τέτοιες θέσεις
της ΕΕ καθόλου δεν την επηρεάζουν στο Κυπριακό, ενώ, βέβαια, οι μεθόριοι και
οι θαλάσσιες ζώνες των χωρών της ΕΕ δεν έχουν γίνει μεθόριοι και ζώνες της
ΕΕ και δεν τις φυλάνε ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις.
Ορισμένοι από του λάτρεις του Σχεδίου Ανάν έχουν αρχίσει να
υποστηρίζουν πως ήρθε «η ώρα της αλήθειας» για «να λυθεί το Κυπριακό» μαζί
με τις «ενεργειακές διαφορές».
Αντίθετα, τώρα είναι που πρέπει, αξιοποιώντας και την αρνητικότητα της
τουρκικής πλευράς στις «διακοινοτικές», να επανατοποθετήσουν η Κύπρος
και η Ελλάδα (ή τουλάχιστον η Ελλάδα) το Κυπριακό στην πραγματική του
βάση ως ζήτημα κατοχής, εθνοκάθαρσης και εποικισμού. Δηλώνοντας ότι
μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων και των εποίκων της Τουρκίας
και αφού θα έχει ανακληθεί το ψευδοκράτος και θα έχει αποκατασταθεί
η άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών των Κυπρίων, η κυβέρνηση της
Κυπριακής Δημοκρατίας θα φροντίσει ώστε από την εκμετάλλευση των
υδρογονανθράκων να ωφεληθούν όλοι οι Κύπριοι, περιλαμβανομένων, φυσικά,
των Τουρκοκυπρίων, που τόσα έχουν υποστεί από την πολιτική της Άγκυρας.
Ας σημειωθεί ότι οι τουρκικές ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ
επιβεβαιώνουν πως τελικός σκοπός της τουρκικής (και της βρετανικής) πολιτικής
δεν είναι η διχοτόμηση της Κύπρου αλλά μια λεόντειος, λόγω συσχετισμού
δυνάμεων, συνομοσπονδιακή «ομοσπονδία» (με διατήρηση της αγγλικής
στρατιωτικής παρουσίας).
Όσα προτείνουμε προϋποθέτουν ότι γίνονται δεκτά τα εξής. Πρώτον, ότι η
Τουρκία και η Βρετανία θα δεχόντουσαν μόνον μια ολέθρια «λύση» τύπου Ανάν.
Δεύτερον, ότι δεν θέλουν, διότι δεν τις συμφέρει, να υπάρξει, τελικά, διεθνώς
αναγνωρισμένο ελληνοκυπριακό κράτος. Άρα, ότι δεν υπάρχει ο κίνδυνος (για
κάποιους η ελπίδα) de jure διχοτόμησης.
Τα προτεινόμενα, αν εφαρμοσθούν, θα επιτρέψουν την ελπίδα ότι ίσως
αναστείλουν, κάποια στιγμή, η παγίωση και η επιδείνωση των συνθηκών στην
Κύπρο. Ώστε να δημιουργηθεί η δυνατότητα απελευθέρωσης του κυπριακού
λαού στο σύνολό του.-