ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Η ισλανδική ήττα ως εμβολιασμός...


"Eλλάδα-Ισλανδία (και όμως) βίοι παράλληλοι" ,  τιτλοφορείται  ένα άρθρο του  Γιάννη Χρυσοβέργη      http://ataktoslogos.blogspot.gr/2013/05/1.html....



Ο επιχειρούμενος παραλληλισμός ανάμεσα στη δική μας χώρα και στη μικρή χώρα του Βορρά που πήρε τόσο σοβαρές πρωτοβουλίες εναντίον του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, είναι προφανής. Ας μη ξεχνάμε πόσοι από μας αναφέρονταν στο σθένος της Ισλανδίας και στις αποφάσεις που κατά καιρούς εντυπωσίαζαν  τη διεθνή κοινή γνώμη...
Η ήττα της ισλανδικής κοινωνίας είναι δείγμα μιας γενικότερης κόπωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όμως υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις  ώστε το επεισόδιο  να "ψαχτεί" και η ήττα να λειτουργήσει ως εμβολιασμός άλλων κινημάτων. Διαβάζοντας διάφορα άρθρα  όπως του Χρυσοβέργη ή του Δελαστίκ στο ΕΘΝΟΣ, νομίζω ότι θα έπρεπε να ερευνηθεί  ο "'συμπλεγματικός" χαρακτήρας των επιλογών των πολιτών μιας μικροσκοπικής χώρας,  που προφανώς αισθάνεται ανασφάλεια...Το ίδιο ακριβώς "σύμπλεγμα" διακατέχει και τους πολίτες της δικής μας χώρας, που μπορούν να κάνουν ομολογημένα ανορθολογικές πολιτικές επιλογές γιατί έτσι επιβάλλουν οι συσχετισμοί δύναμης....Αυτοί οι πολλοί ατομικοί ανορθολογισμοί απασχολούσαν τον Μάρραιη Μπούχτσιν στο έργο του "Το παράλογο στην πολιτική"...

όλο το άρθρο του Χρυσοβέργη


Οι εκλογές της 27ης Απριλίου στην Ισλανδία ήταν μια πανωλεθρία για την απερχόμενη κυβέρνηση της Αριστεράς. Η οποία είχε εφαρμόσει στο ακέραιο το πρόγραμμά της, που δεν ήταν άλλο από αυτό που ευαγγελίζεται η ελληνική Αριστερά. Βίοι αποκλίνοντες ή μήπως παράλληλοι;

Πριν από τέσσερα χρόνια, υπό το βάρος της χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος της χώρας, η Ισλανδία οδηγούνταν κακήν - κακώς σε εκλογές. Ο συνασπισμός των συντηρητικών κομμάτων, που κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή της χώρας από τη δεκαετία του '80 και είχε πρωτοστατήσει στη στροφή της ισλανδικής οικονομίας από τον τουρισμό και την αλιεία στις τραπεζικές υπηρεσίες κατέρρευσε.

Οι εκλογείς έδωσαν απόλυτη πλειοψηφία στη συμμαχία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Αριστερού Πράσινου Κόμματος που εκλέχτηκε με το εξής πρόγραμμα: κρατικοποίηση των χρεοκοπημένων τραπεζών, μη πληρωμή αποζημιώσεων στους επενδυτές που έχασαν τα χρήματά τους από τη χρεοκοπία του τραπεζικού συστήματος, αύξηση της φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα, προστασία των πολιτών που κινδύνευαν να χάσουν τα σπίτια τους λόγω αδυναμίας καταβολής των δόσεων των στεγαστικών δανείων, στροφή προς τις παραδοσιακές οικονομικές δραστηριότητες της Ισλανδίας, δηλαδή τον τουρισμό και την αλιεία, σημαντική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και έναρξη ενταξιακών συνομιλιών με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης οδήγησε στη Δικαιοσύνη τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό Οικονομικών της χώρας την εποχή της χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος.

Το πρόγραμμα εφαρμόστηκε στο ακέραιο και έδωσε αποτελέσματα. Μέσα στο 2010 η Ισλανδία δημιούργησε πρωτογενή πλεονάσματα, το 2011 είχε ανάπτυξη της τάξης 2,6% και το 2012 ανάπτυξη 1,8%, η ανεργία που είχε εκτοξευθεί στα ύψη άρχισε από το 2011 να μειώνεται.

Στο ενδιάμεσο οι πολίτες της χώρας απέρριψαν δυο φορές, με δημοψήφισμα, συμφωνίες της Κυβέρνησης για μερική αποζημίωση των επενδυτών που είχαν χάσει τα χρήματά τους, με πολύ μακροχρόνιες συμφωνίες αποπληρωμής και επιτόκια 3,5% στην πρώτη και 2,3% στη δεύτερη. Οι συμφωνίες αυτές ήταν αξιώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ολλανδίας, πολίτες και εταιρείες των οποίων ήταν οι περισσότεροι χαμένοι από τη χρεοκοπία των ισλανδικών τραπεζών, για την πρόοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Με δυο λόγια η κυβέρνηση της Αριστεράς εφάρμοσε με επιτυχία το εκλογικό της πρόγραμμα με αποτέλεσμα οι σοσιαλδημοκράτες να χάσουν το 60% της εκλογικής τους δύναμης και το Αριστερό Πράσινο Κόμμα το 55% της εκλογικής του δύναμης. Νικητές των εκλογών ήταν τα συντηρητικά κόμματα, που κέρδισαν τις εκλογές υποσχόμενα δραστικές μειώσεις της φορολογίας για τα μεσαία και ανώτερα εισοδήματα. Ό,τι ακριβώς υποσχέθηκε στους Ιταλούς ψηφοφόρους ο Μπερλουσκόνι και μέσα σε μερικές εβδομάδες η πρόθεση ψήφου 15% μετατράπηκε σε 28% των ψήφων.

Ένας παραλληλισμός με τα καθ' ημάς είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων. Στην Ελλάδα, αντίθετα με ό,τι συνέβη στην Ισλανδία, οι κυβερνήσεις δέχτηκαν να υπογράψουν δανειακές συμβάσεις με δρακόντιους όρους, που έφεραν μια πρωτοφανή ύφεση και ανεργία. Και δικαίως, εγκαλούνται τόσο από την Αριστερά όσο και από σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων των κομμα΄των του κυβερνητικού συνασπισμού, για την επιλογή τους αυτή. Όλες δε οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια σαφή κοινωνική πλειοψηφία υπέρ πολιτικών ανάλογων αυτών που εφάρμοσε με επιτυχία - αυτό οφείλουμε να το υπενθυμίσουμε - η απελθούσα κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ισλανδία.

Κι όμως Ελλάδα και Ισλανδία έχουν μια σειρά από κοινά κοινωνιολογικά στοιχεία. Και οι δυο χώρες διαθέτουν μια πολυπληθή μεσαία αστική τάξη που, μέσα από τη χρεοκοπία του τραπεζικού συστήματος στη δεύτερη και του Κράτους στην πρώτη έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της.

Η μεσαία τάξη φτωχοποιείται με ραγδαίους ρυθμούς στην Ελλάδα, μέσω της ύφεσης, της συνακόλουθης αύξησης της ανεργίας, της υπερφορολόγησης της περιουσίας και εισοδημάτων από την εργασία.

Η μεσαία τάξη της Ισλανδίας, φτωχοποιήθηκε από την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και τη συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, καθώς πολύ μεγάλο ποσοστό των Ισλανδών εργάζονταν σε τράπεζες.

Και στις δυο χώρες, η μεσαία αστική τάξη πλούτισε με γοργούς ρυθμούς μετά τα μέσα της δεκαετίας του '80 και συχνά με δανεικά χρήματα.

Και στις δυο χώρες, η μεσαία αστική τάξη επέρριψε ευθύνες στις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Στη μεν Ισλανδία υπερψηφίζοντας, για πρώτη φορά σε 25 χρόνια, την Αριστερά,στη δε Ελλάδα απαξιώνοντας σύσσωμο τον κοινοβουλευτισμό (οι χιλιάδες ανθρώπων ηλικίας 45 - 60 ετών, που τον Ιούνιο του 2011 μούτζωναν επί ώρες καθημερινά το Κοινοβούλιο, δε στράφηκαν - όπως αφελώς κάποιοι πίστευαν - στην Αριστερά, αλλά στην Άκρα Δεξιά και στα ψυχοφάρμακα).

Το ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου το 2010, αντί να πράξει ό,τι έπραξε προχωρούσε σε στάση πληρωμών, επιτύγχανε σε σύντομο χρονικό διάστημα πρωτοφγενές πλεόνασμα - το οποίο δεν είναι δεδομένο ότι θα συνέβαινε - ας υποθέσουμε ότι θα είχε κατορθώσει να προβεί στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση - πράγμα που, όπως αποδείχτηκε ουδόλως την ενδιέφερε, τόσο αυτή όσο και τις επόμενες - ας υποθέσουμε ότι είχε πετύχει αποτελέσματα ανάλογα της αριστερής κυβέρνησης της Ισλανδίας. Θα είχε κατορθώσει να ααποκαταστήσει την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος στην κοινωνία;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι μάλλον αρνητική. Προϋπόθεση για να έδρεπε η απελθούσα Αριστερή κυβέρνηση της Ισλανδίας τους καρπούς της επιτυχίας της διακυβέρνησής της θα ήταν η μεσαία αστική τάξη να έχει αποδεχτεί ότι πρέπει να ξεχάσει την ευημερία με δανεικά και με αέρα και να έχει αποδεχτεί ότι θα χτίσει μια νέα ευημερία, πιο στέρεη, με πιο πολλή προσπάθεια και, κυρίως, ότι η επόμενη μέρα δε θα ήταν σαν τις προ χρεοκοπίας ημέρες.

Ακριβώς τα ίδια πράγματα αρνείται να αποδεχθεί η ελληνική μεσαία αστική τάξη. Έχοντας υιοθετήσει την ιδεολογία του «ό,τι φάμε ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας», έχοντας να επιδείξει επί 25 ολόκληρα χρόνια μονάχα την αλαζονία του νεόπλουτου, μονάχα ρατσισμό, μονάχα μισαλλοδοξία, της είναι αδύνατο να πάρει χαμπάρι πως τα «περασμένα μεγαλεία» είναι για πάντα περασμένα κι ότι αυτό που πρέπει να κάνει είναι «με φθαρμένα εργαλεία απ' την αρχή να ξαναρχίσει».

Κι ότι οι διαφορετικές προτάσεις έγκεινται μονάχα στον τρόπο με τον οποίο θα ξαναρχίσει: με το ένα τρίτο της κοινωνίας να λιμοκτονεί και το άλλο ένα τρίτο να πλουτίζει ασύστολα, όπως γίνεται τώρα ή ενισχύοντας τους μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης, επενδύοντας στα συλλογικά αγαθά της παιδείας και της υγείας και χτίζοντας, αργά αλλά σταθερά, μια εξωστρεφή οικονομία αγαθών και υπηρεσιών, όπως δεν τολμάει ως τώρα να προτείνει η Αριστερά. Σε κάθε περίπτωση, είναι μακρύς ο δρόμος.