ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Μαρώ Τριανταφύλλου, «Ο Γιώργος»…..



Λοιπόν, τι λέγαμε;


 Λέγαμε για τους Ρώσους που έκαιγαν τη χώρα τους για να μην πέσει στα χέρια των Γάλλων εισβολέων. Λέγαμε για τη «Μήδεια» του Ευριπίδη, αυτή την αρχαία  παράδοση  αυτοκαταστροφής-   με στόχο την καταστροφή  του άλλου. Ίσως θα έπρεπε να πούμε και για τους Ισλαμιστές,  που επί χρόνια αυτοανατινάσσονταν με στόχο να πλήξουν τον αντίπαλο……


Οι γερμαναράδες που σήμερα  παίζουν  με την απόγνωση των άλλων,  ποτέ δεν μπορούν να ξέρουν τι τους περιμένει. Σημασία δεν έχει το ότι αυτό  που θα τους χτυπήσει μπορεί να είναι   λιγότερο εντυπωσιακό ή λιγότερο σκληρό  από την πρακτική των Ρώσων, της Μήδειας, των αυτοκτονούντων Ισλαμιστών ή των Καμικάζι : Η σημασία βρίσκεται στο ότι το πνεύμα της αυτοκαταστροφικής ετεροκαταστροφής  αναπτύσσεται , περνάει σε ευρύτερα στρώματα, δίνει το «παρών»  του  και στη λογοτεχνία.
Η Μαρώ Τριανταφύλλου εκθέτει σε ένα διήγημά της  μια ατομική περίπτωση αυτοκαταστροφής,  με τελικό στόχο την εκδίκηση. Ο ήρωάς της , ονόματι Γιώργος, είναι ένας ελάχιστα φιλοχρήματος ή  πλεονέχτης  τύπος, που αρνείται το τζόγο του χρηματιστηρίου (στα  φόρτε του θεσμού….) και προτιμά τη νορμάλ απασχόληση, καλοζωϊα και επιτυχία…Όμως η καταστροφή τον περικυκλώνει σαν ένα βαρομετρικό χαμηλό  και σταδιακά τον σπρώχνει στην άβυσσο :  Χάνει την οικονομική ευρωστία, τα υλικά αγαθά,  την ψυχική ισορροπία, τη γυναίκα του την Ευρυδίκη . Και τελικά ετοιμάζεται να χάσει το μαγαζί του, λόγω των χρεών στη τράπεζα..... 
 Αφηγείται η Τριανταφύλλου : 
Το βράδυ, πριν κλείσει το μαγαζί, έβαλε σε μια σακούλα όλα τα χαρτιά που φυλούσε σε ένα συρτάρι ειδικό γι’ αυτή τα δουλειά, το παλιό πενηντάρικο που είχε χρόνια κάτω από το γυαλί που σκέπαζε το γραφειάκι του ταμείου –το πρώτο χαρτονόμισμα που μπήκε στο κατάστημα, όταν το άνοιξε ο πατέρας του το '61 και την παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία του πατέρα του, μέσα στην πολυκαιρισμένη κορνίζα. Δεν θα άφηνε να του πάρουν ούτε μια σανιδούλα από το μαγαζί. Κατάσχεση… Ωραία, αλλά δεν θα ‘βρισκαν τίποτε να κατασχέσουν. Η Ευρυδίκη στην αρχή θα νόμιζε ότι αποφάσισε να την ακούσει και πως το ‘κανε για την αποζημίωση. Δεν τον ένοιαζε πια τίποτε. Ούτε για την Ευρυδίκη, ούτε για κανένα άλλο. Η ζωή του είχε καταρρεύσει χωρίς θόρυβο. Η γλίτσα έτρεχε με δύναμη από πάνω προς τα κάτω και μετά γινόταν ένας πίδακας από κάτω προς τα πάνω, αλλά όχι πολύ πάνω, και πήγαινε δεξιά κι αριστερά, η επικίνδυνη γλίτσα της βίας. Την ένιωθε, έμπαινε μέσα του παγωμένη, σιχαμερή και θανατηφόρα και έβγαινε από αυτόν θυμωμένη και αμήχανη. Δεν θα έβρισκαν τίποτε να κατασχέσουν. Έσφιξε τη σακούλα στο χέρι. Με το δείκτη ψαχούλεψε λίγο μέσα και βεβαιώθηκε πως η φωτογραφία του πατέρα του ήταν εκεί.


Και άναψε το σπίρτο.

Ολόκληρο το διήγημα  http://www.marotora.blogspot.com/2012/01/blog-post.html