ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα: Ελπιδοφόρες προοπτικές, προσωρινές και διαχειρίσιμες οι δυσκολίες

                                                του   Γιάννη  Τόλιου
                   υποψήφιου βουλευτή της  «Λαϊκής Ενότητας» στη Β’ Αθήνας
Αν κάτι βρίσκεται στο επίκεντρο των εκλογών της 20ης Σεπτέμβρη ‘15, εκτός από το νέο Μνημόνιο, είναι το ζήτημα του εθνικού νομίσματος που για πρώτη φορά τέθηκε από κοινοβουλευτικό κόμμα στη δημόσια συζήτηση, με την πρόταση της «Λαϊκής Ενότητας», ως προϋπόθεση για την προοδευτική έξοδο της χώρας από την κρίση. Ασφαλώς η συζήτηση δεν είναι καινούργια αφού το θέμα της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη (Grexit) τα τελευταία χρόνια ήταν και παραμένει πάντα στο προσκήνιο.
Το «χρώμα» και η «μυρουδιά» του χρήματος
Γύρω από το ρόλο του νομίσματος υπάρχει μια μεγάλη σύγχυση που από τα κυρίαρχα media καλλιεργείται σκόπιμα. Ένας είδος «φετιχοποίησης» του νομίσματος «αυτού καθ’ αυτού» με «θετικές» (ευρώ) και «αρνητικές» (δραχμή) ιδιότητες. Ωστόσο το ουσιαστικό δεν είναι το «χρώμα» (οι απεικονίσεις στο νόμισμα), αλλά η «μυρουδιά» του, δηλαδή η νομισματική πολιτική που εκφράζει. Πριν το 2000, όταν η Ελλάδα είχε τη δραχμή ως εθνικό νόμισμα, οι επιλογές της νομισματικής πολιτικής από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αποτελούσαν συστατικό στοιχείο της γενικότερης οικονομικής πολιτικής, η οποία εξυπηρετούσε κατ’ εξοχήν τα συμφέροντα της κυρίαρχης ελίτ. Παρ’ όλα αυτά έδινε στη χώρα μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση εθνικής πολιτικής και αντιμετώπισης έκτακτων οικονομικών προβλημάτων, σε σχέση με το ευρώ, όπου οι επιλογές νομισματικής πολιτικής ανήκουν πλέον στην ΕΚΤ και στον κ.Ντράγκι.!

Ασφαλώς η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, δεν σημαίνει αυτόματα και φιλολαϊκή νομισματική και οικονομική πολιτική, αλλά μόνο «εν δυνάμει», εφ’ όσον ο έλεγχος τους βρεθεί στα χέρια μιας αριστερής κυβέρνησης. Αντίθετα όσο έχουμε ευρώ με δεδομένες τις νεοφιλελεύθερες επιλογές της ευρωζώνης, η κατάσταση είναι δύο φορές χειρότερη, δεδομένου ότι νόμισμα «ευρώ» εξυπηρετεί κυρίως τις επιλογές του ευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου και ιδιαίτερα των κυρίαρχων ελίτ Βρυξελών και Βερολίνου. Κατά συνέπεια η ανάκτηση του ελέγχου της νομισματικής πολιτικής μαζί και συναλλαγματικής, δίνει πλεονεκτήματα σε κάθε ελληνική κυβέρνηση (βαθμούς ελευθερίας), πολύ περισσότερο σε μια αριστερή κυβέρνηση στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.
Δυστυχώς αυτή τη δυνατότητα η άρχουσα τάξη της χώρας μας, για συγκεκριμένους πολιτικούς και οικονομικούς λόγους την έχει απεμπολήσει, παρ’ ότι στην πράξη αποδείχτηκε ότι η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και στο ευρώ, ήταν και παραμένει καταστροφική για την οικονομία επιλογή. Αντίθετα η κυρίαρχη ελίτ επιμένει στην πολιτική της «πάση θυσία» παραμονής στην ευρωζώνη, αποφεύγοντας σκόπιμα να δώσει σαφή απάντηση για τους βαθύτερους λόγους (οικονομικούς και πολιτικούς) της συγκεκριμένης επιλογής. Ειδικότερα από οικονομική άποψη, η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα θα επιφέρει υποτίμηση (σε ξένο νόμισμα) υλικών και άυλων αξιών που κατέχει η κυρίαρχη ελίτ, ενώ από πολιτική άποψη, θα αποδυναμώσει τα πρόσθετα στηρίγματα που έχει η παραμονή της στην ευρωζώνη, στη διασφάλιση της πολιτικής της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης του ελληνικού λαού.
Ελπιδοφόρες προοπτικές με εθνικό νόμισμα
Παρ’ ότι η ένταξη στην ευρωζώνη-ευρώ ήταν τραγικό λάθος, η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα με τις σημερινές συνθήκες κρίσης και αυστηρής οικονομικής επιτήρησης από την «τερα-τρόϊκα» (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ-ΕΜΣ), δημιουργεί εξ’ αρχής ορισμένες δυσκολίες (οικονομικές-θεσμικές). Εάν η μετάβαση γινόταν «συναινετικά» τα πράγματα θα ήταν σχετικά ευκολότερα απ’ ότι με όρους «ρήξης» (μονομερής αποδέσμευση), ιδιαίτερα στην αρχική περίοδο, λόγω των ενδογενών κερδοσκοπικών τάσεων που θα προκύψουν στην πορεία μετάβασης και της ανακατανομής εισοδημάτων που θα επέλθει από τη διακύμανση τιμών, με επιπτώσεις ακόμα και σε τμήματα της αστικής τάξης.
Ωστόσο σε κάθε περίπτωση η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα ανοίγει ελπιδοφόρους προοπτικές στην οικονομία, ενώ τα όποια προβλήματα θα είναι προσωρινά και διαχειρίσιμα με κατάλληλη φυσικά προετοιμασία. Ειδικότερα   με τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα και την υπαγωγή της Τράπεζας Ελλάδος στο δημόσιο έλεγχο, εξασφαλίζεται η παροχή ρευστότητας στην οικονομία. Δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα έχοντας το εκδοτικό προνόμιο θα λειτουργεί ως «φορέας δανεισμού τελευταίας καταφυγής» του ελληνικού δημοσίου, για την κάλυψη των αναπτυξιακών δαπανών (εφ’ όσον δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές), όπως κάνουν κατά κανόνα όλες οι χώρες που έχουν δικά τους νομίσματα (ΗΠΑ, Αγγλία, Ρωσία, Ιαπωνία, Ελβετία, κοκ). Ταυτόχρονα η Τράπεζα Ελλάδος θα λειτουργεί ως φορέας εξασφάλισης ρευστότητας στις εμπορικές τράπεζες, θέτοντας κανόνες χρηματοδότησης της οικονομίας και διευκολύνοντας την ανάληψη ιδιωτικών επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα και η αναπροσαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, διευκολύνει την ανάκτηση μεγάλου μέρους της εγχώριας αγοράς με την υποκατάσταση εισαγόμενων (γίνονται ακριβότερα) από εγχώρια προϊόντα, την αναζωογόνηση των ΜμΕ, αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης. Διευκολύνει επίσης τις εξαγωγές (γίνονται φθηνότερες) καθώς επίσης και τον τουρισμό, με αποτέλεσμα την αύξηση εισροής συναλλάγματος και τόνωση της εγχώριας αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής.
Επίσης η αποδέσμευση από την ευρωζώνη και η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, διευκολύνει την ανάκτηση του ελέγχου της δημοσιονομικής, της εισοδηματικής και αναπτυξιακής πολιτικής (ΠΔΕ-ΕΣΠΑ), καθώς και την κατάργηση της λιτότητας, τη δικαιότερη αναδιανομή εισοδήματος (φορολογία, κοινωνικές δαπάνες κά), την τόνωση της ζήτησης, παραγωγής και απασχόλησης. Βέβαια η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα δημιουργεί στην αρχική περίοδο, κίνδυνο εκροής κεφαλαίων και απώλεια καταθέσεων από τις τράπεζες. Ωστόσο ο κίνδυνος μαζικής εκροής έχει σχεδόν εκλείψει μετά την υιοθέτηση ελέγχων στις ροές κεφαλαίων. Με την εθνικοποίηση των τραπεζών και τη σταθεροποίηση του εθνικού νομίσματος, οι έλεγχοι θα αρθούν σταδιακά, αλλά οι έλεγχοι στις εξαγωγές κεφαλαίων θα διατηρηθούν από ένα ύψος και πάνω θα διατηρηθεί. Από την άλλη με το δημόσιο έλεγχο στις τράπεζες οι λαϊκές καταθέσεις θα διασφαλιστούν πλήρως.
Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα αρχικά θα γίνει σε ισοτιμία 1:1 (1 ευρώ = 1 νέα δραχμή). Στην πορεία αναπόφευκτα θα γίνει αναπροσαρμογή της ισοτιμίας (υποτίμηση γύρω στο 20%), η οποία θα οδηγήσει σε μικρή αύξηση τιμών λόγω ακριβότερων εισαγωγών που χρειάζεται να γίνουν οπωσδήποτε (καύσιμα, φάρμακα, τρόφιμα, κά). Ωστόσο επειδή το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι σχεδόν ισοσκελισμένο (μετά από επταετή ύφεση), δεν θα προκύψουν μεγάλες ανάγκες για συναλλαγματικά αποθέματα για  την κάλυψη τους. Από την άλλη θα έχουμε αύξηση συναλλάγματος από εξαγωγές και τουρισμό, πράγμα που θα λειτουργήσει σταθεροποιητικά τόσο για το νόμισμα όσο για την οικονομία.
Όσον αφορά την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς με βασικά είδη (τρόφιμα, καύσιμα, φάρμακα), μπορούν με συντονισμένες κρατικές ενέργειες να αντιμετωπιστούν οι όποιες έκτακτες ανάγκες για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ελλάδα καλύπτει ήδη βασικές ανάγκες τροφίμων και φαρμάκων από εγχώριες πηγές, ενώ έχει ικανοποιητική εγχώρια κάλυψη στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Από την άλλη με την προώθηση διακρατικών συμφωνιών με άλλες χώρες, μπορούμε να καλύψουμε οποιεσδήποτε ανάγκες σε βασικά είδη (καύσιμα, φάρμακα, κλπ) με αντίστοιχη προώθηση δικών μας προϊόντων.
Γενικότερα με την εφαρμογή πολυδιάστατης και ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής ισότιμων σχέσεων με όλες τις χώρες, θα αναβαθμιστεί η θέση της Ελλάδας, οικονομικά, πολιτικά και γεωστρατηγικά. Από την άλλη με την αποδέσμευση από την ευρωζώνη, η χώρα δεν θα γίνει λιγότερο ευρωπαϊκή, αλλά θα ακολουθήσει διαφορετική πορεία από τις χώρες της ζώνης του ευρώ, όπως κάνουν για παράδειγμα άλλες χώρες που είναι μεν στην ΕΕ, αλλά δεν είναι στην ευρωζώνη, πχ. Σουηδία και Δανία.
Ασφαλώς η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, εκτός από πολιτική βούληση, χρειάζεται σχέδιο και συγκεκριμένη οργανωτική προετοιμασία. Πρώτα απ’ όλα ενημέρωση του λαού και ενεργή υποστήριξη, ώστε να αντιμετωπιστούν οι αρχικές δυσκολίες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι διαχειρίσιμες, μέχρι να γίνει επανεκκίνηση της οικονομίας και να τεθεί σε αναπτυξιακή τροχιά.
Βασικοί άξονες μεταβατικού οικονομικού προγράμματος
Βασικός στόχος της «Λαϊκής Ενότητας» είναι η προώθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης και η δραστική μείωση της ανεργίας με την εφαρμογή μεταβατικού οικονομικού προγράμματος προοδευτικής εξόδου από την κρίση, με ορίζοντα τη σοσιαλιστική προοπτική. Δεν θα αναφερθούμε αναλυτικά στους στόχους του προγράμματος, αλλά θα περιοριστούμε επιγραμματικά στους βασικούς άξονες ώστε να αναδειχτεί η «λογική» του.
Κατ’ αρχή μιλάμε για ένα «σχέδιο» κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης στη βάση των αρχών του δημοκρατικού προγραμματισμού, με τομεακή, κλαδική, περιφερειακή και χωροταξική διάσταση, στην οποία θα εξασφαλιστεί πλατιά λαϊκή συμμετοχή στην επεξεργασία και υλοποίηση των στόχων του. Κεντρικός στόχος του σχεδίου είναι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η δραστική μείωση της ανεργίας.
Κρίσιμοι κλάδοι ενίσχυσης της παραγωγής και αύξηση της απασχόλησης είναι ο αγροτικός τομέας, βιομηχανία, ενέργεια, κατασκευές, έργα υποδομής, μεταφορές, ναυτιλία, τουρισμός, περιβάλλον, χρηματοπιστωτικός τομέας, σφαίρα κοινωνικών υπηρεσιών, εμπόριο και άλλοι τομείς υπηρεσιών. Δυνητικά οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη εξαγωγική προοπτική είναι ο αγροτοδιατροφικός, φαρμακοβιομηχανία, χημική βιομηχανία, βιοτεχνολογικές εφαρμογές, ναυπηγική βιομηχανία, νέα υλικά, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εξειδικευμένες εφαρμογές πληροφορικής, αεροναυπηγικής, τηλεπικοινωνιών, παραδοσιακοί κλάδοι με βιώσιμες και ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, κά.
Οι φορείς παραγωγικής ανασυγκρότησης, είναι πρώτα απ’ όλα ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, κεντρικές υπηρεσίες και αυτοδιοίκηση, καθώς και οι δημόσιες επιχειρήσεις με επέκταση τους σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας. Σημαντικό ρόλο θα έχει ο κοινωνικός τομέας, με την ανάπτυξη συλλογικών και συνεργατικών σχημάτων (συνεταιρισμοί, αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις, εταιρίες λαϊκής βάσης, ομάδες παραγωγών, κοινοπραξίες, κά). Τέλος κρίσιμο ρόλο έχει να παίξει ο ιδιωτικός τομέας, πρώτα απ’ όλα με στήριξη και ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και δημιουργία νέων πλαισίων επιχειρηματικής δράσης των μεγάλων επιχειρήσεων με κατάργηση των προκλητικών προνομίων και του ελέγχου της ασυδοσίας τους (πρακτικές καρτέλ, φοροδιαφυγή, λαθρεμπόριο, κά).
Για την προώθηση του «σχεδίου» παραγωγικής ανασυγκρότησης κρίσιμο ζήτημα είναι η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων. Ένα ζήτημα που έρχεται και ξανάρχεται, παρ’ ότι έχει απαντηθεί αρκετές φορές. Χωρίς να υποτιμούμε τις δυσκολίες του, θεωρούμε ότι οι αναγκαίοι πόροι μπορούν να εξευρεθούν: πρώτον, από ουσιαστική πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροκλοπής των «εχόντων» και «κατεχόντων», δεύτερον, από την ορθολογική διαχείριση των δημόσιων πόρων με την καταπολέμηση της διαφθοράς, της σπατάλης και της «διαπλοκής», τρίτον, από την άμεση αναστολή πληρωμής των τόκων και χρεολυσίων του δημόσιου χρέους μέχρι την οριστική διευθέτηση του, τέταρτον, με την παροχή ρευστότητας από τις δημοσιοποιημένες τράπεζες και την άμεση εποπτεία της Τράπεζας Ελλάδος, πέμπτον, από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και την ορθολογική αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων (ΕΣΠΑ), καθώς από την ίδια την ανάπτυξη με την αύξηση της απασχόλησης και του εισοδήματος.
Σημαντικός προωθητικός παράγοντας επανεκκίνησης της οικονομίας και προώθησης της παραγωγικής ανασυγκρότησης είναι η κατάργηση της λιτότητας, η τόνωση της ζήτησης, της παραγωγής και απασχόλησης. Κατά συνέπεια η επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 750 €, της 13ης σύνταξης, η ίση αμοιβή για ίδια δουλειά στους νέους, αφορολόγητο 12.000 € για κάθε φορολογούμενο, προστασία της α’ κατοικίας από πλειστηριασμούς, παροχή στήριξης σε οικογένειες και άτομα που ζουν στα όρια της φτώχειας, κ.ά, είναι ποιοτικά στοιχεία εξόδου από την κρίση. Ταυτόχρονα χρειάζεται η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και προσφοράς δημοσίων αγαθών (υγείας, παιδείας, πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης κ.ά), με όρους αναβάθμισης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Όλα αυτά είναι μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα μέτρα και μηχανισμοί τόνωσης της ανάπτυξης, της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της κοινωνικής αναγέννησης της χώρας.
Ο λαός στο προσκήνιο η «Λαϊκή Ενότητα» δύναμη ανατροπής
Ωστόσο η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να προχωρήσει αν δεν συνοδευτεί από μέτρα εκδημοκρατισμού του κράτους, αρχίζοντας από την αναβάθμιση του ρόλου της Βουλής, την αποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, της δημοτικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, της δικαιοσύνης και της προστασίας του πολίτη και όλων των κρατικών θεσμών, με θεσμοθέτηση παράλληλα μορφών άμεσης δημοκρατίας (δημοψηφίσματα) και ουσιαστικής συμμετοχής των εργαζόμενων στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Η «Λαϊκή Ενότητα» κρατώντας τις καλύτερες παραδόσεις, αγώνων και ριζοσπαστικών ιδεών της Αριστεράς, προβάλλει ως σύγχρονος πολιτικός εκφραστής των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας, μικρομεσαίων αγροτών, επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων, μικροεπιχειρηματιών, άνεργων και της νεολαίας, που τα ζωτικά τους συμφέροντα βρίσκονται σε αντίθεση με τις πολιτικές των μνημονίων και των κομμάτων που τις στηρίζουν. Η αποδοκιμασία τους στις επερχόμενες εκλογές και η στήριξη της «Λαϊκής Ενότητας», είναι το πρώτο βήμα για να ανοίξει ο δρόμος σε μια ελπιδοφόρα προοπτική στον ελληνικό λαό, στη νεολαία και γενικότερα στη χώρα.

      (*) δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα iskra.gr, 14.9.2015
         Email: ytolios@gmail.com   Blog: ytoliosblog.wordpress.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου