ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ευρώ, Προτεσταντισμός και Ορθοδοξία



Του  Σπύρου  Στάλια *

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης του ευρώ και την επιμονή της Γερμανίας για την επιβολή πολιτικών λιτότητας σε όλη την ευρωζώνη, πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτή την άκαμπτη στάση της Γερμανίας. Άλλοι έσπευσαν να ερμηνεύσουν την συμπεριφορά της Γερμανίας με βάση την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, από όπου κληρονόμησε την αποστροφή της για τον πληθωρισμό, και κατ’ επέκταση την απέχθεια για τις σύγχρονες πολιτικές νομισματικής και δημοσιονομικής επέκτασης.

Μερικοί προσπάθησαν να εξηγήσουν την στάση της Γερμανίας με την πεποίθηση ότι το στίγμα του ναζισμού ακόμα διακατέχει τους Γερμανούς  και ότι σήμερα, το 2014, οι βλέψεις της Δημοκρατικής Γερμανίας για την Ευρώπη δεν μπορεί να είναι αγαθές.

Αντί όμως να αναλύουμε την Βαϊμάρη ή τα ψυχολογικά σύνδρομα της σύγχρονης Γερμανίας, θα είχαμε ίσως μια καλύτερη ερμηνεία της στάσης της Γερμανίας και των αλλων Βορείων, αν μελετούσαμε βαθύτερα την επιρροή του Μαρτίνου Λούθηρου στο Γερμανικό έθνος.
Με άλλα λόγια να εξετάσουμε  την επίδραση που είχε η προτεσταντική χριστιανική εκδοχή του Λούθηρου στην οικοδόμηση του γερμανικού πνεύματος και να φτάσουμε έως την συνθήκη του Μάαστριχτ και την δημιουργία του ευρώ.


 Όλα, έχω την αίσθηση, ότι αποτυπώνουν την προτεσταντική ηθική και το ‘θεωρείν’ που έχει ο προτεστάντης για τον κόσμο. Μην ξεχνάμε ότι το προτεσταντικό αυτό δόγμα επέζησε του ναζισμού και του κομμουνισμού, που προσπάθησαν να το υποκαταστήσουν με δικές τους αξίες.

Η ιστορία, του πως αξιώματα και θρησκευτικές δόγματα έχουν διεισδύσει στην επιστήμη, στην οικονομία, στην κοινωνική συμπεριφορά και στην πολιτική, έχει να κάνει με την ερμηνεία βασικών θρησκευτικών κειμένων που καθορίζουν την ζωή μας σε σχέση με το Θεό.

Πάντα υποτίθεται ότι κάθε λαός και κάθε άνθρωπος εναποθέτει στη θρησκεία τις πλέον υψηλές του αξίες.

Ο Λούθηρος έβαλε μέσα στα καθήκοντα του καλού χριστιανού την υποχρεωτική εργασία για όλους, πλουσίους και φτωχούς, ως δόξα Θεού, όπως επίσης και την ασκητική ζωή. Η εργασία και η ασκητική ζωή είναι ένδειξη σωτηρίας, αλλά και ο πλούτος επίσης.  Με αυτό τον τρόπο απάντησε στο Σωκρατικό ερώτημα ‘τι να κάνω για να σωθώ’. Με τον τρόπο αυτό έβαλε όμως τον Θεό στην Οικονομία.

Η προσπάθεια του Λούθηρου να πλησιάσει τον Θεό άμεσα, είχε σαν αποτέλεσμα να μην λάβει υπ’ όψη του την ευρωπαϊκή παράδοση ή ότι αυτή είχε δημιουργήσει και ακόμα να μην ενσωματώσει στην χριστιανική του διδασκαλία την αρχαία ελληνική ανθρωπιστική παιδεία, αντίθετα από όλους τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας,  της Ανατολικής Ορθόδοξης ή της Καθολικής ή ακόμα και αντίθετα και προς αυτόν τον Απόστολο Παύλο.

Η απότομη φράση του ‘εδώ στέκομαι, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά’ ήταν αναπόφευκτο να ακουστεί βαρβαρικά στα αυτιά του μεγάλου Έρασμου εκείνη την εποχή, που διακρινόταν για τον σοφό σκεπτικισμό του, την κοινωνική διαλλακτικότητα, προϊόντα της  ελληνικής του παιδείας.[1] Υποθέτω ότι οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας θα υπομειδιούσαν αν τον άκουγαν.

Η φράση ‘πλησιάζω τον Θεό άμεσα’ έλκει την καταγωγή της από την Παλαιά Διαθήκη και στο Λούθηρο οικοδομείται ως εξής.

Βασική θέση του Προτεσταντισμού είναι ότι η σωτηρία του κάθε ανθρώπου είναι προαποφασισμένη από τον Θεό. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει βασικές ενδείξεις για την θέληση του Θεού περί της σωτηρίας του, ποτέ βεβαιότητα.

Οι ενδείξεις αυτές συνιστούν το χριστιανικό εγκόλπιο πίστης και πράξης κάθε Διαμαρτυρόμενου και διαμορφώνουν ένα τρόπο βίου. Η βάση αυτού του βίου είναι η σκληρή εργασία που αποτρέπει τον κάθε άνθρωπο από τον εφησυχασμό, την οκνηρία, από τα χαμένα λόγια της κοινωνικότητας, την μάταιη επίδειξη της πολυτέλειας, και γενικώς από όλες τις απολαύσεις  του πλούτου και της σάρκας.

Για τους Διαμαρτυρόμενους επίσης, κάθε ώρα χωρίς σκληρή εργασία, είναι προσβολή στη δόξα του Θεού, προσβολή στη θέλησή του. Από την άλλη, το υλικό προϊόν της εργασίας που παράγεται ως αντιμισθία ή κέρδος στον άνθρωπο, απαγορεύεται να το απολαύσει γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ηθική χαλαρότητα. Κατά συνέπεια η δεύτερη αρετή του Διαμαρτυρόμενου είναι ο ασκητικός βίος που οδηγεί σε συσσώρευση αποταμιεύσεων αφού η κατανάλωση τους ευθύς εξ αρχής είναι καταδικαστέα. Έτσι λοιπόν ενώ ο πλούτος κατ’ αρχήν είναι ηθικά ύποπτος για τους Διαμαρτυρόμενους, γιατί η χρήση του συνεπάγεται χαλάρωση στο τρόπο της ζωής, από την άλλη η συσσώρευση του δεν είναι αμάρτημα,   αν και εφ’ όσον η απόκτηση και η χρήση του δεν παρεκτρέπει από ένα  ‘άγιο βίο’.

Η απόκτηση επαγγέλματος και η εκτέλεση του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο είναι προϊόν της θείας θέλησης που είναι  αντανάκλαση της αρμονικής κατασκευής του κόσμου που εδώ στη γη εκφράζεται μέσω του καταμερισμού της εργασίας, ο οποίος αυξάνει το γενικό καλό της κοινότητας. Από εδώ καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι  Θεός απαιτεί όχι απλώς εργασία αλλά έλλογη επαγγελματική εργασία.

Αφού η έλλογη επαγγελματική εργασία είναι θέλημα Θεού, ο κάθε χριστιανός πρέπει να επωφελείται από αυτή και να πραγματοποιεί κέρδος αν και εφ’ όσον δεν ζημιωθεί η ψυχή του.  Η άρνηση πραγματοποίησης κέρδους είναι σαν να μη δέχεσαι να υπηρετήσεις τον Θεό πράγμα που αντιβαίνει προς την κλήση του. Κατά συνέπεια η επιχειρηματική δραστηριότητα του ανθρώπου δεν είναι μόνο ηθικά επιτρεπτή αλλά επιβεβλημένη. Ο θεός ευλογεί την εργασία και αμείβει τους ανθρώπους με πλούτη. Γυρίσαμε στην Παλαιά Διαθήκη. Η αμοιβή εξαϋλώνει εδώ κάθε πνευματικότητα του Δυτικού Πολιτισμού.

Αλλά δεν είναι δυνατόν να γίνουμε όλοι πλούσιοι. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ένας φτωχός εργάτης έχει απολεσθεί στα μάτια του Θεού, αν εργάζεται σκληρά και διάγει βίο ασκητικό. Είναι μέρος της θείας πρόνοιας να παραμένει σε αυτή την κατάσταση, γιατί ο φτωχός εργάζεται από ανάγκη, και εφ’ όσον εργάζεται, δοξάζει τον Θεό. Με άλλα λόγια το γενικό καλό παράγεται από την παραγωγικότητα των χαμηλών μισθών. Αν ο Θεός θέλει χαμηλούς μισθούς, τότε αυτό αποτελεί μία ασφαλή κατάσταση της χάρης του για εμάς!!

Ωστόσο υπάρχουν και κάποιοι άλλοι καταδικασμένοι, που θέλουν το κάθε τι στη ζωή να τους προσφέρει χαρά, να απολαμβάνουν την ζωή (μια άλλη θεώρηση της ζωής).  Αυτοί, σύμφωνα με την Ηθική των Διαμαρτυρομένων, πρέπει να υπαχθούν στη πειθαρχία αυτής της Ηθικής, όχι για να σωθούν, πράγμα αδιανόητο, αλλά για την δόξα του Θεού. Η υπακοή στις προσταγές του είναι προς δόξα Αυτού, όπως και η τιμωρία του αμαρτωλού Νότου, των Piigs ή Gipsi στις μέρες μας.

Αν τα παραπάνω τα δούμε με μια άλλη ματιά, μέσα από την σύγχρονη νεοφιλελεύθερη οικονομία, παρατηρούμε  ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η περιγραφή αυτής της ηθικής σύλληψης που έχει σαν βάση της τον Ελληνικό Ορθολογισμό και την Παλαιά Διαθήκη. Εκρηκτικό μείγμα.

Με άλλα λόγια βλέπουμε στο χώρο της οικονομικής επιστήμης, το  σταθερό πλαίσιο που ο Θεός έφτιαξε ο άνθρωπος να ζει, την ελεύθερη αγορά, τον άνθρωπο που αυτοδύναμα παράγει και συναλλάσσεται προς ίδιον όφελος διατηρώντας ‘την ψυχή του καθαρή,’ τον καταμερισμό της εργασίας, τα χαμηλά ημερομίσθια, την επιδίωξη του κέρδους με πάντα την ‘ψυχή καθαρή’, τη σκληρή αποταμίευση, την εξάρτηση των επενδύσεων από τις αποταμιεύσεις, την κατάλυση του κράτους, τον ατομικό άνθρωπο, τον ευλογημένο πλούτο, την λιτότητα,  το ευρώ που αποτελεί σπάνιο αγαθό, που πρέπει να τυγχάνει προσεκτικής διαχείρισης.

Είναι έξοχη η παρατήρηση του Robert Skidelski[2] όπου σε αναφορά του στο νεοφιλελευθερισμό, τονίζει, ότι το χωρίον του Ευαγγελιστή Λουκά, ιη25: ‘Ευκολότερο είναι να περάσει κάμηλος (=καραβόσκοινο) μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού’, έχει εκλείψει παντελώς από την εγκόσμια ηθική που εισηγείται o νεοφιλελευθερισμός-προτεσταντισμός, αφού το κέρδος, αν δεν μπορεί να συσχετιστεί με ύψιστες πολιτιστικές αξίες, οι αξίες αυτές είτε διαγράφονται, είτε  τροποποιούνται ή μπαίνουν άλλες στη θέση τους.

Είναι έκδηλο ότι η Συνθήκη του Μάαστριχτ αποτελεί το αποτύπωμα της Ηθικής των Διαμαρτυρομένων στην κοινωνική και οικονομική ζωή που προσπάθησαν να το επιβάλλουν ακρίτως σε όλους τους Ευρωπαϊκούς Λαούς.

 Ήταν ένα κατασκεύασμα ειδικών δίχως πνεύμα, ηδονιστών δίχως καρδιά, μηδενικών που φανταζόταν ότι θα πετύχαιναν ένα επίπεδο πολιτισμού που δεν υπήρξε ποτέ, παραφράζοντας τον  Μάξι Βέμπερ[3]. Αυτό το μοντέλο άκριτα το αποδέχτηκε ο ελληνικός πολιτικός κόσμος. Παρά την κρίση του 2009, παρά την μη απάντηση των ειδικών στο ερώτημα ‘γιατί μας συνέβη αυτό’, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Ελιά, αριστερά και δεξιά, μαζί με την κυρία Μέρκελ επιμένουν  ότι η λιτότητα αποτελεί τη δυσκολότερη μεν οδό,  που είναι δε ο  ταχύτερος και ο ασφαλέστερος δρόμος προς την οικονομική ανάκαμψη. Ο Λούθηρος από πάνω χειροκροτεί. Ας έχουν την ευλογία του.

Φυσικά ποτέ στην ιστορία η λιτότητα δεν αποτέλεσε οδό για την πρόοδο αλλά αντίθετα κράτησε την ανθρωπότητα σε υπανάπτυξη για χιλιάδες χρόνια. Αν αποτελεί από την άλλη, οδό για την σωτηρία μας, αυτό θα μας το πει ο Θεός, που όμως δεν ασχολείται με αυτά, γιατί μας έδωσε νου να βρίσκουμε τις καλύτερες λύσεις.

Ο Λούθηρος και οι Προτεστάντες έβαλαν την θρησκεία και την ηθική να υιοθετήσει την επιστήμη και τρόπον τίνα να γίνει και η θρησκεία επιστήμη. Αλλά εμείς εδώ στην Ελλάδα ζούμε  20.000 χρόνια και μιλάμε την ίδια γλώσσα και γνωρίζουμε.

Η επιστήμη απολογείται στην επιστήμη και σκοπός της είναι να διατυπώσει νόμους που διέπουν την φύση. Προχωρά μέσα από λάθη. Ουδέποτε έχει απόλυτο κύρος.

Από την άλλη η θρησκευτική πίστη αναφέρεται σε κάτι που είναι επέκεινα πάσης εμπειρίας και πάσης προϋποθέσεως . Αναφέρεται προς το υπερβατικό και το απόλυτο που ο άνθρωπος το συναισθάνεται όταν απευθύνεται προς αυτό, πέρα από την εμπειρική πραγματικότητα.

Είναι μια σχέση του εγώ, όχι προς ένα αντικείμενο, αλλά προς ένα Συ, σχέση με ένα ζων πρόσωπο, είναι Θεός ζων. Είναι σχέση προσωπική. Επομένως είναι λάθος να ισχυρίζεται κάποιος ότι υπάρχει περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ θρησκευτικής πίστης και επιστημονικής έρευνας. Εδώ όμως υπάρχει, γιατί οι Λούθηρος έβαλε την σχέση Θεού και ανθρώπου σε αλλά καλούπια. Δεν μπορούμε εκ της παραδόσεως μας να ακολουθήσουμε. Δεν μπορεί η αναζήτηση και η διαχείριση του  ευρώ να είναι το μέτρο της σχέσης μας με τον Θεό.

Ας αφήσουμε τον Θεό έξω από αυτά και τις προτεσταντικές αναζητήσεις  και τιμωρίες και ας βρούμε τις λύσεις μέσα από το νου που μας έδωσε ο Θεός.  Γνωρίζουμε ότι το Ευρώ απέτυχε. Δεν μπορεί να δώσει λύσεις για την ανάπτυξη μας.

Δεν θέλω να σταθώ στο γεγονός ότι με το ευρώ το κράτος θα φορολογεί άγρια και θα δανείζεται,  ότι με  το ευρώ αφήνουμε χρέη στη νέα γενιά, ότι με το ευρώ θα εξαφανίζεται κάθε αποταμίευση, οτι με το ευρώ μισθοί συντάξεις μεροκάματα υγεία, παιδεία, ασφάλεια, σπίτια τίθενται σε καθεστώς  κίνδυνου, και ότι η ανεργία θα αυξάνεται.

Θέλω να πω ότι με το ευρώ διακυβεύεται η ταυτότητα μας και κάθε Έθνος που δεν έχει ταυτότητα είναι έκθετο σε τραγωδία! Ο προτεσταντικός ντετερμινισμός, σαν θεωρία, είμαι πεπεισμένος, ότι παραβιάζει την βαθύτερη καλή φύση του ανθρώπου. Απορρίπτει την δυνατότητα εκλογής. Εκμηδενίζει την αίσθηση της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης. Τέλος, είναι αδύνατον κάποιος να ζει ‘μέσα σε ένα μοντέλο’ γιατί δεν μπορεί να είναι συνεπής προς τον εαυτό του, να είναι δημιουργικός, να θέλει, να πράττει, να ονειρεύεται και να διορθώνει.

Ας στηρίξουμε όλοι μαζί τα κινήματα της Δραχμής για να έχουμε αξιοπρεπές μέλλον.

Υπάρχει η οδός της δραχμής.


*  Ο Σπύρος Στάλιας είναι  Οικονομολόγος ΜΑ, Ph.D, πρώην Διευθύνων Σύμβουλος ΟΛΠ, υποψήφιος ευρωβουλευτής με το κόμμα

  ΔΡΑΧΜΗ ,Ελληνική Δημοκρατική Κίνηση’.




[1] Bruno Snell, Die Entdeckung des Geister, Studies zur Entstehung des europaischen Denkens bei den Griechen, Vadenhoek & Ruprect, Gottingen 1975. Στα Ελληνικά ‘Η Ανακάλυψη του Πνεύματος’ Μετάφραση Δανιήλ Ι. Ιακώβ, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1977.
[2] Robert Skidelsky, ‘Keynes: The Return of the Master. Στα Ελληνικά ‘Κέϋνς: Επιστροφή στη Διδασκαλία του’, Μετ. Χρυσούλα Μεντζαλίρα, Επιμ. Καθ. Λευτέρης Τσουλφίδης, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2012
[3] Max Weber, ‘Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού’, Μετάφραση Μ.Γ. Κυπραίου, Επιμέλεια-Πρόλογος Β. Φίλια, Εκδ. GUTENBERG, Αθήνα 2006