ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

«Ρατσισμός» ή ταξικοί untouchables



Της Σώτης Τριανταφύλλου

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΟΙΚΟΝΙΚΗΣ : Πολλοί  προσλαμβάνουν τις ταξικές σχέσεις με ένα πολύ απλοϊκό, και συνήθως τρισδιάστατο τρόπο: Μεγαλοαστοί-μικρομεσαίοι-προλετάριοι.  Ενώ κάποιοι προσπαθούν να ανακαλύψουν την πάλη των τάξεων μέχρι και στο βαρομετρικό χαμηλό, άλλοι υπολογίζουν  ως  υπαρκτές  μόνο τις ταξικές-οικονομικές  συλλογικότητες – ενώ θεωρούν τις υπόλοιπες  συλλογικότητες ως σκιώδεις ή κατά φαντασίαν…Εν τω μεταξύ, στο βαθμό που εντείνεται η ανάγκη για  κοινωνική ακτινογράφηση, ακόμη και οι αναλύσεις της 
Σώτης Τριανταφύλλου (ΠΗΓΗ : Athens Voice
αποβαίνουν χρήσιμες….


Ήδη, από τις πρώτες εισροές μεταναστών στην Ελλάδα επικρατούσε σύγχυση: πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν «ρατσισμό» τη δυσπιστία, τον φόβο ή την αποστροφή έναντι των φτωχότερων από μας. Επρόκειτο μάλλον για ταξική διάκριση, για προκατάληψη τύπου classism, παρά για φυλετική διάκριση, ιδιαίτερα εφόσον εκείνη την εποχή οι μετανάστες ήταν στην πλειονότητά τους Ευρωπαίοι. Πράγματι, η ταξική προκατάληψη εξελίχθηκε, κυρίως μέσω της καθοδήγησης της Χρυσής Αυγής, σε ρατσισμό, σε ιδεοληψία φυλετικής καθαρότητας και εθνικού «αίματος» – ωστόσο, η ταξική διάκριση παραμένει κυρίαρχη.
Tο φαινόμενο είναι πιο περίπλοκο απ’ όσο φαίνεται: περιλαμβάνει τόσο τις προκαταλήψεις των πλουσίων (ο όρος είναι σχετικός) έναντι των φτωχών, όσο και των φτωχών έναντι των πλουσίων. Σε χώρες σαν την Ελλάδα όπου δεν υπάρχει θεσμικός ρατσισμός –όπως υπήρχε, λόγου χάρη, στις ΗΠΑ και στη Νότια Αφρική– παρατηρούνται συνειδητές και υποσυνείδητες μορφές συμπεριφοράς κατά τις οποίες τα άτομα χαρακτηρίζονται και κρίνονται με πρωταρχικό κριτήριο τα εισοδήματα και την κοινωνική τους θέση. Όταν άνθρωποι σαν εμένα ήμασταν παιδιά, ήταν της μόδας οι Άραβες: κανείς δεν τους σκεφτόταν με ρατσιστικούς όρους – βλέπαμε τους εμίρηδες σαν εξωτικούς πρίγκιπες που είχαν γίνει ζάπλουτοι από το πετρέλαιο.
Έτσι κι αλλιώς, στις σύγχρονες κοινωνίες παίζει σημαντικότερο ρόλο το είδος της εργασίας και οι απολαβές της, ο τόπος διαμονής και ο τρόπος ζωής παρά η εθνική καταγωγή και το χρώμα του δέρματος.
Σήμερα, οι Έλληνες εκδηλώνουν classism για δύο λόγους: πρώτον διότι οι πολύ φτωχοί ξένοι υπενθυμίζουν το παρελθόν της φτώχειας και της υπανάπτυξης που καραδοκεί ή επιστρέφει εκδικητικά μετά από μερικά χρόνια ευημερίας· δεύτερον διότι οι πολύ φτωχοί είναι επιρρεπείς σε εγκληματικές πράξεις, σε άτακτο ταξικό πόλεμο. Ο ταξικός πόλεμος διενεργείται παραλλήλως σε δύο επίπεδα: οι σχετικά πλούσιοι απεχθάνονται τους φτωχούς ως ανίκανους, οκνηρούς ή εγκληματίες, ως untouchables υπό την έννοια ότι δεν θέλουν να τους συναναστραφούν και να τους αγγίξουν (εφόσον είναι «άπλυτοι») – ενώ, από την πλευρά τους, οι πολύ φτωχοί απεχθάνονται και φθονούν τους πλούσιους ως ευνοημένους από άδικα συστήματα προνομίων και ως, εκ γενετής, κλέφτες του δημόσιου πλούτου. Για τους «πολλούς», τους πληβείους, οι πλούσιοι είναι untouchables με τη δεύτερη έννοια του όρου: δεν τους αγγίζει ο νόμος, υπερίπτανται της κοινωνίας.
Ένα παράδειγμα διάκρισης στην οποία παίζει ρόλο ο παράγοντας της κοινωνικής τάξης είναι η στάση έναντι των ομοφυλοφίλων σε συντηρητικές κοινωνίες όπως η δική μας, όπου, στις περισσότερες περιπτώσεις, αντιμετωπίζονται διαφορετικά οι ομοφυλόφιλοι με υψηλή κοινωνική θέση από εκείνους με χαμηλή. Ομοίως, οι Μαύροι –που υπήρξαν θύματα φυλετικών διακρίσεων–, οι πολύ ηλικιωμένοι, που, στον σύγχρονο κόσμο, γίνονται θύματα διακρίσεων εναντίον των γηρατειών (ageism) ή οι γυναίκες· είναι αυτονόητο ότι, παρόλο που η μισογυνία είναι δεδομένη, οι γυναίκες με ισχυρό οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο την προσλαμβάνουν διαφορετικά από εκείνες με ανίσχυρο υπόβαθρο.
Τίθενται εξάλλου ζητήματα πολιτισμικής σύγκρουσης που σχετίζονται με διαφορετικές συνήθειες και ήθη: λόγου χάρη, οι «πλούσιοι» κατηγορούν τους «φτωχούς» για χυδαίες διασκεδάσεις, διατροφή χαμηλής ποιότητας (τύπου φαστ φουντ), για προσκόλληση σε ευτελή προϊόντα κατανάλωσης («μπιχλιμπίδια»). Η πολιτισμική σύγκρουση παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις στο πεδίο των ατομικών και συλλογικών κοσμοαντιλήψεων: αυτό που τρομάζει δεν είναι ο ξένος που μοιράζεται, λίγο-πολύ, τη δική μας οπτική, την οποία, εφόσον έχουμε, θεωρούμε σωστή – τρομάζει και απωθεί η πολιτισμική διαφορά, το κενό της γλωσσικής και θρησκευτικής επικοινωνίας, η απόσταση των αξιών και των μορφών ύπαρξης μέσα στον κόσμο. Δεν είμαστε «ρατσιστές» έναντι των Γάλλων, των Άγγλων ή των Αμερικανών μολονότι πράγματι πιστεύουμε σε ευρέως διαδομένα στερεότυπα: οι Γάλλοι είναι «βρόμικοι» (εξού, υποτίθεται, και τα αρώματα), οι Άγγλοι φτωχοί είναι μέθυσοι (ενώ οι μη φτωχοί είναι δυσκοίλιοι, υπεροπτικοί κτλ) – όσο για τους Αμερικανούς είναι χαζοί και ιμπεριαλιστές. Αλλά τα στερεότυπα, παρότι έχουν έντονη ταξικότητα, δεν συγκροτούν ρατσισμό: επειδή απευθύνονται σε ισχυρές εθνικές ομάδες που δεν διακινδυνεύουν από τις ιδεοληψίες των άλλων, καθώς και επειδή, στο βάθος, αναγνωρίζεται η πολιτισμική συγγένεια – συγγένεια λευκών, συγγένεια χριστιανών, συγγένεια, εν τέλει, θεμελιωδών αξιών.
Η ταξική διάκριση εμφανίζει ποικίλες αποχρώσεις: οι παλαιόπλουτοι εναντίον των νεόπλουτων, οι «αστοί» –υπό την έννοια του άστεως– εναντίον των χωρικών ανεξαρτήτως της οικονομικής τους επιφάνειας· εν κατακλείδι, υπάρχει πάντοτε ο πολιτισμικός χρόνος που επηρεάζει την κοινωνική συμπεριφορά και φανερώνει το παρελθόν του καθενός. Κάθε ταξική διάκριση παίρνει υπόψη το παρελθόν, το παρόν και το υποθετικό μέλλον (π.χ. «αυτός θα πάει μπροστά»). Και όπως οποιαδήποτε άλλη διάκριση εξελίσσεται σε κοινωνικό πρόβλημα όταν θεσμοποιείται, ακόμα κι όταν αυτό συμβαίνει άτυπα· όταν δηλαδή εμποδίζεται η κοινωνική κινητικότητα, περιτειχίζονται οι κοινωνικές ομάδες και καταδικάζονται σε αδιαπέραστη εσωστρέφεια.