ΟΧΙ

ΟΧΙ
ΟΧΙ και από τους Γερμανούς ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, ΟΠ, ΑΠΕ

Ένα από τα πλέον αηδιαστικά στοιχεία του «πολιτικού γίγνεσθαι» μιας χώρας  είναι ο κομματικός πατριωτισμός, που καταλήγει σε μια καθαρά ημετεροκρατική πρακτική και σε διαμόρφωση πολιτικών σχηματισμών ελάχιστα διαφοροποιημένων από τις «κλίκες» του καθ’ ημέραν βίου…Με το σκεπτικό αυτό ο παρών ιστότοπος έδωσε «τόπο» σε απόψεις διϊστάμενες  ή και αντίθετες με το πνεύμα του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, όπως λ.χ σε αυτήν των Οικολόγων Πρασίνων περί της 5ης λιγνιτικής μονάδας στην Πτολεμαϊδα  και περί των «Συριζαϊκών» ενεργειακών επιλογών.  


Οι απόψεις των ΟΠ για τα ενεργειακά ζητήματα προκάλεσαν  σημαντικές  «εκκρίσεις» ιδεών, πολλές από τις οποίες θα άξιζαν να διαφυλαχθούν για παραπέρα εμβάθυνση και διευκρίνιση.  Στην ανακοίνωσή του της 7.3.13, το Γραφείο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ αναφέρθηκε στην οργανική σχέση δημόσιας ιδιοκτησίας ενεργειακών πόρων  και εξυπηρέτησης του κοινωνικού συμφέροντος, σε αντιδιαστολή με τη σχέση ιδιωτικής ιδιοκτησίας και εξυπηρέτησης βραχυπρόθεσμων κερδοσκοπικών στόχων… Τα δύο αυτά «δίδυμα» σχέσεων  θα έπρεπε να εμβάλουν οικολόγους πράσινους και οικολογούντες σε προβληματισμούς, έτσι ώστε να αποφεύγονται  απλοϊκές σκέψεις  του τύπου : «Εμάς δεν μας ενδιαφέρει η ιδιοκτησία, αλλά το προϊόν».

Στη δεκαετία του 70 ο Αντρέ Γκορζ δήλωνε ευθέως ότι προτιμούσε έναν καπιταλισμό χωρίς πυρηνική ενέργεια από  έναν σοσιαλισμό με πυρηνική ενέργεια. Όμως η δεκαετία του 70  δεν είναι η δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, ο δε  παλαιοκομμουνισμός με τα παραγωγικιστικά  του συμπλέγματα δεν είναι η νέας κοπής Αριστερά. Ο «οικολογικός μετασχηματισμός των παραγωγικών δυνάμεων», φράση +νόημα που πέρασε  παλαιόθεν από αυτό τον ιστότοπο, κανοναρχεί  πλέον ένα σημαντικό τμήμα της ευρείας Αριστεράς. Με αυτό το σκεπτικό και χωρίς συμπλέγματα ενοχής  ή «αποκρυφιστικές» πρακτικές, ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ μπορεί  να μιλάει για ενέργεια αλλά και για το ισοζύγιο πληρωμών της χώρας, για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, για το πέρας της λιγνιτικής εποχής στον κατάλληλο χρόνο, για την διαρκή κόκκινη κάρτα εις βάρος της πυρηνικής ενέργειας….

Εγώ πάντως θα επιθυμούσα σφόδρα, κοντά σε όλα αυτά, και την αναγνώριση του «μεγέθους» και της  σωστής χωροθέτησης των ΑΠΕ ως θεμελιακών όρων της  μελλοντικής ανάπτυξής τους – όρα περίπτωση υδροηλεκτρικών φραγμάτων ... Όμως  πού θα πάει, κι αυτή η αναγνώριση, μια ημέρα των ημερών θα γίνει ….

Ακολουθεί η ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, σε απάντηση σχετικού κειμένου των Οικολόγων Πρασίνων



 

 

Στα πλαίσια του διαλόγου μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων για κρίσιμα πολιτικά ζητήματα, όπως είναι η ενεργειακή πολιτική, θεωρούμε ότι η ανακοίνωση των Οικολόγων Πράσινων θέτει μια σειρά από σημαντικά ζητήματα τα οποία χρήζουν σχολιασμού από την πλευρά μας:

Για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ η δραστική ενίσχυση της διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα της χώρας αποτελεί στρατηγική επιλογή. Το θέμα των ΑΠΕ όμως δεν σχετίζεται μόνο με μια απλή τεχνολογική μετάβαση αλλά αποτελεί κατά τη γνώμη μας ένα ζήτημα βαθύτατα πολιτικό.

Η δική μας προσέγγιση διέπεται από μια αντίληψη που αντιλαμβάνεται την ενέργεια ως δημόσιο, κοινωνικό αγαθό και συνδέεται με το συνολικότερο σχέδιό μας για οριζόντια αποκέντρωση της παραγωγής ενέργειας, σε μια λογική που προωθεί την πιο δημοκρατική κατανομή και τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων, αλλά και συνολικά την αποκέντρωση ανθρώπων και δραστηριοτήτων. Οι ΑΠΕ, στις οποίες σύμφωνα με τη δική μας θεώρηση κεντρικό ρόλο παίζουν πολιτικές εξοικονόμησης και ενεργειακής αποδοτικότητας, αποτελούν προνομιακό πεδίο για τη σύνδεση της αναπτυξιακής προοπτικής με την οικονομία των αναγκών και την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας. Μια τέτοιου είδους επιλογή προϋποθέτει τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων αλλά και την αποκέντρωση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο μιας βιώσιμης και ανθρώπινης ανάπτυξης.
Η στρατηγική μετάβασης σε αυτό το νέο ενεργειακό μοντέλο πλήρους απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και προώθησης των ΑΠΕ δεν μπορεί βεβαίως, σε βραχυπρόθεσμο καταρχήν επίπεδο, να μη λάβει υπόψη της τις βασικές ενεργειακές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας: ασφάλεια εφοδιασμού και ενεργειακής επάρκειας, βέλτιστη αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πηγών και μείωση των εισαγωγών, βιώσιμη ανάπτυξη και οικολογικός μετασχηματισμός της παραγωγικής βάσης, αντιμετώπιση της διαρκώς εντεινόμενης ενεργειακής φτώχειας, στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων και των ήδη πολλαπλά επιβαρυμένων από τις μνημονιακές πολιτικές νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, έχουμε πολλές φορές επισημάνει ότι βασικό εργαλείο άσκησης ενεργειακής πολιτικής πρέπει να είναι ο δημοκρατικός ενεργειακός σχεδιασμός που, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς πρωτοβουλίες για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής, θα ιεραρχεί τις προτεραιότητες της ενεργειακής πολιτικής και θα προασπίζει το δημόσιο συμφέρον. Διαχρονικά οι κυβερνήσεις του δικομματισμού απαξίωσαν τη διαδικασία εκπόνησης ενός μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδίου, φτάνοντας σήμερα στο σημείο της και με τυπικό πλέον τρόπο κατάργησής του. Προφανώς αυτή η πολιτική επιλογή είναι εσκεμμένη και συνδέεται με τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ενέργειας.
Η σθεναρή αντίστασή μας στην πολιτική ιδιωτικοποίησης των βασικών ενεργειακών επιχειρήσεων της χώρας σχετίζεται, πέρα από την προφανή καταγγελία του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, με την απώλεια ακριβώς των πυλώνων εκείνων άσκησης ενεργειακής πολιτικής με όρους προάσπισης του δημόσιου συμφέροντος. Ειδικά για τη ΔΕΗ, θεωρούμε ότι μια δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού, που θα λειτουργεί όχι με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια όπως συμβαίνει σήμερα αλλά με ουσιαστικό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, έχει κεντρικό ρόλο να παίξει στη διαδικασία μετάβασης στο νέο ενεργειακό μοντέλο. Στο δικό μας σχεδιασμό, η ΔΕΗ σχετίζεται με την ανάπτυξη όλων των εγχώριων ενεργειακών πηγών, των ΑΠΕ προφανώς συμπεριλαμβανομένων.
Η μετάβαση στη μετα-λιγνιτική εποχή περνάει προφανώς από ενδιάμεσα στάδια κατά τα οποία η διαδικασία βελτίωσης του βαθμού απόδοσης και μείωσης των εκπομπών ρύπων των μονάδων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποτιμηθεί. Για να το πούμε πιο συγκεκριμένα: η πλήρης απόσυρση του λιγνίτη από το ενεργειακό μίγμα της χώρας δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί αύριο, αλλά σε βάθος δεκαετιών. Αποτελεί άλλωστε πάγια θέση μας η εναρμόνιση με τον οδικό χάρτη της μετάβασης σε μια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς άνθρακα το 2050 και τις επιταγές της διακυβερνητικής επιτροπής του ΟΗΕ για μείωση των εκπομπών αερίων των αναπτυγμένων χωρών. Στα πλαίσια λοιπόν μιας σοβαρής ενεργειακής πολιτικής απαιτείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο άμβλυνσης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των λιγνιτικών μονάδων.
Εξάλλου, η μετάβαση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και άλλες παραμέτρους, όπως η διοχέτευση του Φυσικού Αερίου κατά προτεραιότητα στην άμεση χρήση του από τα νοικοκυριά και όχι στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όπως συμβαίνει σήμερα, κάτι που αποδυναμώνει σημαντικά την ασφάλεια του εφοδιασμού και τη δυνατότητα διαφοροποιήσεων στα ενεργειακά καύσιμα. Απαιτείται επίσης να μεγιστοποιηθεί η ενεργειακή αποδοτικότητα και να διασφαλιστεί το απαραίτητο μίγμα καυσίμου, από το οποίο προφανώς αποκλείεται η πυρηνική ενέργεια, που θα αξιοποιήσει τη χρήση των εγχώριων πηγών και θα προφυλάξει το επίπεδο ζωής των πολιτών.
Ειδικά για τα περιβαλλοντικά επιβαρυμένα αλλά και οικονομικά εξαρτώμενα από τις λιγνιτικές μονάδες ενεργειακά συμπλέγματα της Πτολεμαΐδας και της Μεγαλόπολης, η σταδιακή απόσυρση της λιγνιτικής δραστηριότητας (εξόρυξη και ηλεκτροπαραγωγή) από την παραγωγική βάση προϋποθέτει την εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης και περιβαλλοντικής αποκατάστασης των περιοχών αυτών.
Για την «Πτολεμαϊδα V”, η κατάργηση στην παρούσα συγκυρία του υπόψη ενεργειακού έργου της ΔΕΗ, το οποίο δρομολογήθηκε με ευθύνη των προηγούμενων κυβερνήσεων, θα ευνοούσε αντικειμενικά τα εισαγόμενα καύσιμα και θα διαιώνιζε την ηλεκτροπαραγωγή από τις παλαιές και ρυπογόνες υπάρχουσες μονάδες. Για μας είναι δεδομένο ότι απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια για την υλοποίηση του έργου, είναι η απόσυρση των παλαιών μονάδων της ΔΕΗ στην περιοχή με την συνακόλουθη δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στο λιγνιτικό κέντρο Δυτικής Μακεδονίας την ερχόμενη δεκαετία.
Κλείνοντας, θέλουμε να επισημάνουμε ότι επιβάλλεται υπευθυνότητα και σοβαρότητα από όλους και σίγουρα το συγκεκριμένο ζήτημα δεν προσφέρεται για επικοινωνιακές κορώνες και μικροκομματικές σκοπιμότητες. Εμείς καλούμε σε ειλικρινή διάλογο όλες τις πολιτικές δυνάμεις που κινούνται στη λογική προάσπισης του δημόσιου συμφέροντος, απεγκλωβισμού από τις καταστρεπτικές μνημονιακές πολιτικές και προώθησης ενός διαφορετικού, κοινωνικά και οικολογικά προσανατολισμένου, μοντέλου παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Το Γραφείο Τύπου 07/03/2013